Μια γλυκιά εφηβική ανάμνηση …

11.jpg

Πολλά blogoπαίχνιδα τελευταίως έχουν εμφανιστεί και είμαι ανήμπορη να πάρω μέρος σε όλα την κατάλληλη χρονική στιγμή.

Η Αρματάν μου έκανε πρόσκληση να γράψω μια γλυκιά εφηβική μου ανάμνηση και εγώ σκέφτηκα να το κάνω τώρα.

Κάθε χρόνο το Πάσχα πηγαίναμε στο χωριό της μαμάς για να περάσουμε μαζί με τον παπού, την γιαγιά, τους θείους , τις θείες και τα ξαδέρφια μας λίγες στιγμές ξεκούρασης.

Το Πάσχα το 1988 ποτέ δε θα το ξεχάσω. Έχει μείνει ανεξίτηλο στην καρδιά μου με ένα γιατί.

Όπως κάθε χρόνο πήγαμε στο χωριό για το Πάσχα. Όλοι ήταν τόσο ευγενικοί μαζί μας χωρίς να μας κάνει εντύπωση. Ο παππούς εκείνη την χρονιά ήταν πολύ διαφορετικός. Ήθελε συνεχώς να μας πηγαίνει στα κεφενεία και μας κερνάει. Μας έδειχνε σε όλους τους συγχωριανούς του και έλεγε πως ήμασταν οι εγγόνες του. Όλοι του εύχονταν να του ζήσουμε και αυτός χαιρόταν.

Αυτό που μου έκανε τόση εντύπωση δεν ήταν πως ήθελε συνέχεια να μας κερνάει αλλά που μας πήγαινε από το ένα καφενείο στο άλλο για να μας δείχνει. Πρώτη φορά το έκανε και αναρωτιόμουν τι σήμαινε αυτό.

Μικρό παιδί όμως δεν έδωσα και πολύ σημασία. Τον παππού τον Χρήστο τον αγαπούσα πάρα πολύ γιατί έμενε τόσο μακριά μας. Πολύ σπάνια τον έβλεπα και μου άρεσε που μας έκανε όλα τα χατήρια. Ότι πρόβλημα και να είχαμε πηγαίναμε σε αυτόν και μας το έλυνε.

Στην Ανάσταση δεν πήγαινε ποτέ λόγω που είχε την καρδιά του και δεν μπορούσε να κάτσει τόση ώρα όρθιος. Πηγαίναμε εμέις και του φέρναμε το άγιο φως. Με το μπαίναμε στο σπίτι και τα τέσσερα εγγόνια του προσπαθούσαμε να πάρει το φως ο καθένας από τη δική του λαμπάδα. Αυτός έπαιρνε όλες τις λαμπάδες και σε κανέναν δε χαλούσε την καρδιά.

Και εκείνη την Ανάσταση έγινε ακριβώς το ίδιο. Μόνο που όυαν του φέραμε το Άγιο Φως πήρε μόνο τη δική μου λαμπάδα λέγοντας πως ήμουνα η μεγαλύτερη και αυτό έπρεπε να γίνει φέτος. Κανένας δεν του έφερε αντίρρηση και εγώ το σκέφτηκα λίγο αλλά γρήγορα το ξέχασα πιστεύοντας πως δεν ήταν κάτι που έπρεπε να με πειράζει.

Την ημέρα του Πάσχα ο παππούς είχε πολύ όρεξη. Ήθελε να βάζει μουσική και να χορεύουμε όλα τα εγγόνια. Πρώτη φορά το έκανε και μου φάνηκε περίεργο για 2 λεπτά μόνο. Μετά έκανα ότι μας έλεγε. Ήταν τόσο ευτυχισμένος, χαμογελούσε και γελούσε. Ότι και να του λέγαμε μας έλεγε ναι.

Ήταν το πιο όμορφο Πάσχα της ζωής μου γιατί βαθιά μέσα μου ήξερα πως ο παππούς μας με αυτό τον τρόπο μας αποχαιρετούσε. Χαιρόταν που ήμασταν όλοι ενωμένοι και ευτυχισμένοι και με τον τρόπο του μας έλεγε να μη κλάψουμε όταν φύγει.

Ο παππούς μου λίγες εβδομάδες μετά έφυγε και ακόμα μου λείπει. Ήταν ο καλύτερος παππούς του κόσμου γιατί ήταν ο δικός μου παππούς.

Παπού μου αν με ακούς να θυμάσαι πως Σ’ αγαπάω πολύ και πάντα θα σε θυμάμαι,

Advertisements

Μια γλυκιά εφηβική ανάμνηση …

11.jpg

Πολλά blogoπαίχνιδα τελευταίως έχουν εμφανιστεί και είμαι ανήμπορη να πάρω μέρος σε όλα την κατάλληλη χρονική στιγμή.

Η Αρματάν μου έκανε πρόσκληση να γράψω μια γλυκιά εφηβική μου ανάμνηση και εγώ σκέφτηκα να το κάνω τώρα.

Κάθε χρόνο το Πάσχα πηγαίναμε στο χωριό της μαμάς για να περάσουμε μαζί με τον παπού, την γιαγιά, τους θείους , τις θείες και τα ξαδέρφια μας λίγες στιγμές ξεκούρασης.

Το Πάσχα το 1988 ποτέ δε θα το ξεχάσω. Έχει μείνει ανεξίτηλο στην καρδιά μου με ένα γιατί.

Όπως κάθε χρόνο πήγαμε στο χωριό για το Πάσχα. Όλοι ήταν τόσο ευγενικοί μαζί μας χωρίς να μας κάνει εντύπωση. Ο παππούς εκείνη την χρονιά ήταν πολύ διαφορετικός. Ήθελε συνεχώς να μας πηγαίνει στα κεφενεία και μας κερνάει. Μας έδειχνε σε όλους τους συγχωριανούς του και έλεγε πως ήμασταν οι εγγόνες του. Όλοι του εύχονταν να του ζήσουμε και αυτός χαιρόταν.

Αυτό που μου έκανε τόση εντύπωση δεν ήταν πως ήθελε συνέχεια να μας κερνάει αλλά που μας πήγαινε από το ένα καφενείο στο άλλο για να μας δείχνει. Πρώτη φορά το έκανε και αναρωτιόμουν τι σήμαινε αυτό.

Μικρό παιδί όμως δεν έδωσα και πολύ σημασία. Τον παππού τον Χρήστο τον αγαπούσα πάρα πολύ γιατί έμενε τόσο μακριά μας. Πολύ σπάνια τον έβλεπα και μου άρεσε που μας έκανε όλα τα χατήρια. Ότι πρόβλημα και να είχαμε πηγαίναμε σε αυτόν και μας το έλυνε.

Στην Ανάσταση δεν πήγαινε ποτέ λόγω που είχε την καρδιά του και δεν μπορούσε να κάτσει τόση ώρα όρθιος. Πηγαίναμε εμέις και του φέρναμε το άγιο φως. Με το μπαίναμε στο σπίτι και τα τέσσερα εγγόνια του προσπαθούσαμε να πάρει το φως ο καθένας από τη δική του λαμπάδα. Αυτός έπαιρνε όλες τις λαμπάδες και σε κανέναν δε χαλούσε την καρδιά.

Και εκείνη την Ανάσταση έγινε ακριβώς το ίδιο. Μόνο που όυαν του φέραμε το Άγιο Φως πήρε μόνο τη δική μου λαμπάδα λέγοντας πως ήμουνα η μεγαλύτερη και αυτό έπρεπε να γίνει φέτος. Κανένας δεν του έφερε αντίρρηση και εγώ το σκέφτηκα λίγο αλλά γρήγορα το ξέχασα πιστεύοντας πως δεν ήταν κάτι που έπρεπε να με πειράζει.

Την ημέρα του Πάσχα ο παππούς είχε πολύ όρεξη. Ήθελε να βάζει μουσική και να χορεύουμε όλα τα εγγόνια. Πρώτη φορά το έκανε και μου φάνηκε περίεργο για 2 λεπτά μόνο. Μετά έκανα ότι μας έλεγε. Ήταν τόσο ευτυχισμένος, χαμογελούσε και γελούσε. Ότι και να του λέγαμε μας έλεγε ναι.

Ήταν το πιο όμορφο Πάσχα της ζωής μου γιατί βαθιά μέσα μου ήξερα πως ο παππούς μας με αυτό τον τρόπο μας αποχαιρετούσε. Χαιρόταν που ήμασταν όλοι ενωμένοι και ευτυχισμένοι και με τον τρόπο του μας έλεγε να μη κλάψουμε όταν φύγει.

Ο παππούς μου λίγες εβδομάδες μετά έφυγε και ακόμα μου λείπει. Ήταν ο καλύτερος παππούς του κόσμου γιατί ήταν ο δικός μου παππούς.

Παπού μου αν με ακούς να θυμάσαι πως Σ’ αγαπάω πολύ και πάντα θα σε θυμάμαι,

Μια γλυκιά εφηβική ανάμνηση …

11.jpg

Πολλά blogoπαίχνιδα τελευταίως έχουν εμφανιστεί και είμαι ανήμπορη να πάρω μέρος σε όλα την κατάλληλη χρονική στιγμή.

Η Αρματάν μου έκανε πρόσκληση να γράψω μια γλυκιά εφηβική μου ανάμνηση και εγώ σκέφτηκα να το κάνω τώρα.

Κάθε χρόνο το Πάσχα πηγαίναμε στο χωριό της μαμάς για να περάσουμε μαζί με τον παπού, την γιαγιά, τους θείους , τις θείες και τα ξαδέρφια μας λίγες στιγμές ξεκούρασης.

Το Πάσχα το 1988 ποτέ δε θα το ξεχάσω. Έχει μείνει ανεξίτηλο στην καρδιά μου με ένα γιατί.

Όπως κάθε χρόνο πήγαμε στο χωριό για το Πάσχα. Όλοι ήταν τόσο ευγενικοί μαζί μας χωρίς να μας κάνει εντύπωση. Ο παππούς εκείνη την χρονιά ήταν πολύ διαφορετικός. Ήθελε συνεχώς να μας πηγαίνει στα κεφενεία και μας κερνάει. Μας έδειχνε σε όλους τους συγχωριανούς του και έλεγε πως ήμασταν οι εγγόνες του. Όλοι του εύχονταν να του ζήσουμε και αυτός χαιρόταν.

Αυτό που μου έκανε τόση εντύπωση δεν ήταν πως ήθελε συνέχεια να μας κερνάει αλλά που μας πήγαινε από το ένα καφενείο στο άλλο για να μας δείχνει. Πρώτη φορά το έκανε και αναρωτιόμουν τι σήμαινε αυτό.

Μικρό παιδί όμως δεν έδωσα και πολύ σημασία. Τον παππού τον Χρήστο τον αγαπούσα πάρα πολύ γιατί έμενε τόσο μακριά μας. Πολύ σπάνια τον έβλεπα και μου άρεσε που μας έκανε όλα τα χατήρια. Ότι πρόβλημα και να είχαμε πηγαίναμε σε αυτόν και μας το έλυνε.

Στην Ανάσταση δεν πήγαινε ποτέ λόγω που είχε την καρδιά του και δεν μπορούσε να κάτσει τόση ώρα όρθιος. Πηγαίναμε εμέις και του φέρναμε το άγιο φως. Με το μπαίναμε στο σπίτι και τα τέσσερα εγγόνια του προσπαθούσαμε να πάρει το φως ο καθένας από τη δική του λαμπάδα. Αυτός έπαιρνε όλες τις λαμπάδες και σε κανέναν δε χαλούσε την καρδιά.

Και εκείνη την Ανάσταση έγινε ακριβώς το ίδιο. Μόνο που όυαν του φέραμε το Άγιο Φως πήρε μόνο τη δική μου λαμπάδα λέγοντας πως ήμουνα η μεγαλύτερη και αυτό έπρεπε να γίνει φέτος. Κανένας δεν του έφερε αντίρρηση και εγώ το σκέφτηκα λίγο αλλά γρήγορα το ξέχασα πιστεύοντας πως δεν ήταν κάτι που έπρεπε να με πειράζει.

Την ημέρα του Πάσχα ο παππούς είχε πολύ όρεξη. Ήθελε να βάζει μουσική και να χορεύουμε όλα τα εγγόνια. Πρώτη φορά το έκανε και μου φάνηκε περίεργο για 2 λεπτά μόνο. Μετά έκανα ότι μας έλεγε. Ήταν τόσο ευτυχισμένος, χαμογελούσε και γελούσε. Ότι και να του λέγαμε μας έλεγε ναι.

Ήταν το πιο όμορφο Πάσχα της ζωής μου γιατί βαθιά μέσα μου ήξερα πως ο παππούς μας με αυτό τον τρόπο μας αποχαιρετούσε. Χαιρόταν που ήμασταν όλοι ενωμένοι και ευτυχισμένοι και με τον τρόπο του μας έλεγε να μη κλάψουμε όταν φύγει.

Ο παππούς μου λίγες εβδομάδες μετά έφυγε και ακόμα μου λείπει. Ήταν ο καλύτερος παππούς του κόσμου γιατί ήταν ο δικός μου παππούς.

Παπού μου αν με ακούς να θυμάσαι πως Σ’ αγαπάω πολύ και πάντα θα σε θυμάμαι,

Μια γλυκιά εφηβική ανάμνηση …

11.jpg

Πολλά blogoπαίχνιδα τελευταίως έχουν εμφανιστεί και είμαι ανήμπορη να πάρω μέρος σε όλα την κατάλληλη χρονική στιγμή.

Η Αρματάν μου έκανε πρόσκληση να γράψω μια γλυκιά εφηβική μου ανάμνηση και εγώ σκέφτηκα να το κάνω τώρα.

Κάθε χρόνο το Πάσχα πηγαίναμε στο χωριό της μαμάς για να περάσουμε μαζί με τον παπού, την γιαγιά, τους θείους , τις θείες και τα ξαδέρφια μας λίγες στιγμές ξεκούρασης.

Το Πάσχα το 1988 ποτέ δε θα το ξεχάσω. Έχει μείνει ανεξίτηλο στην καρδιά μου με ένα γιατί.

Όπως κάθε χρόνο πήγαμε στο χωριό για το Πάσχα. Όλοι ήταν τόσο ευγενικοί μαζί μας χωρίς να μας κάνει εντύπωση. Ο παππούς εκείνη την χρονιά ήταν πολύ διαφορετικός. Ήθελε συνεχώς να μας πηγαίνει στα κεφενεία και μας κερνάει. Μας έδειχνε σε όλους τους συγχωριανούς του και έλεγε πως ήμασταν οι εγγόνες του. Όλοι του εύχονταν να του ζήσουμε και αυτός χαιρόταν.

Αυτό που μου έκανε τόση εντύπωση δεν ήταν πως ήθελε συνέχεια να μας κερνάει αλλά που μας πήγαινε από το ένα καφενείο στο άλλο για να μας δείχνει. Πρώτη φορά το έκανε και αναρωτιόμουν τι σήμαινε αυτό.

Μικρό παιδί όμως δεν έδωσα και πολύ σημασία. Τον παππού τον Χρήστο τον αγαπούσα πάρα πολύ γιατί έμενε τόσο μακριά μας. Πολύ σπάνια τον έβλεπα και μου άρεσε που μας έκανε όλα τα χατήρια. Ότι πρόβλημα και να είχαμε πηγαίναμε σε αυτόν και μας το έλυνε.

Στην Ανάσταση δεν πήγαινε ποτέ λόγω που είχε την καρδιά του και δεν μπορούσε να κάτσει τόση ώρα όρθιος. Πηγαίναμε εμέις και του φέρναμε το άγιο φως. Με το μπαίναμε στο σπίτι και τα τέσσερα εγγόνια του προσπαθούσαμε να πάρει το φως ο καθένας από τη δική του λαμπάδα. Αυτός έπαιρνε όλες τις λαμπάδες και σε κανέναν δε χαλούσε την καρδιά.

Και εκείνη την Ανάσταση έγινε ακριβώς το ίδιο. Μόνο που όυαν του φέραμε το Άγιο Φως πήρε μόνο τη δική μου λαμπάδα λέγοντας πως ήμουνα η μεγαλύτερη και αυτό έπρεπε να γίνει φέτος. Κανένας δεν του έφερε αντίρρηση και εγώ το σκέφτηκα λίγο αλλά γρήγορα το ξέχασα πιστεύοντας πως δεν ήταν κάτι που έπρεπε να με πειράζει.

Την ημέρα του Πάσχα ο παππούς είχε πολύ όρεξη. Ήθελε να βάζει μουσική και να χορεύουμε όλα τα εγγόνια. Πρώτη φορά το έκανε και μου φάνηκε περίεργο για 2 λεπτά μόνο. Μετά έκανα ότι μας έλεγε. Ήταν τόσο ευτυχισμένος, χαμογελούσε και γελούσε. Ότι και να του λέγαμε μας έλεγε ναι.

Ήταν το πιο όμορφο Πάσχα της ζωής μου γιατί βαθιά μέσα μου ήξερα πως ο παππούς μας με αυτό τον τρόπο μας αποχαιρετούσε. Χαιρόταν που ήμασταν όλοι ενωμένοι και ευτυχισμένοι και με τον τρόπο του μας έλεγε να μη κλάψουμε όταν φύγει.

Ο παππούς μου λίγες εβδομάδες μετά έφυγε και ακόμα μου λείπει. Ήταν ο καλύτερος παππούς του κόσμου γιατί ήταν ο δικός μου παππούς.

Παπού μου αν με ακούς να θυμάσαι πως Σ’ αγαπάω πολύ και πάντα θα σε θυμάμαι,

Μια γλυκιά εφηβική ανάμνηση …

11.jpg

Πολλά blogoπαίχνιδα τελευταίως έχουν εμφανιστεί και είμαι ανήμπορη να πάρω μέρος σε όλα την κατάλληλη χρονική στιγμή.

Η Αρματάν μου έκανε πρόσκληση να γράψω μια γλυκιά εφηβική μου ανάμνηση και εγώ σκέφτηκα να το κάνω τώρα.

Κάθε χρόνο το Πάσχα πηγαίναμε στο χωριό της μαμάς για να περάσουμε μαζί με τον παπού, την γιαγιά, τους θείους , τις θείες και τα ξαδέρφια μας λίγες στιγμές ξεκούρασης.

Το Πάσχα το 1988 ποτέ δε θα το ξεχάσω. Έχει μείνει ανεξίτηλο στην καρδιά μου με ένα γιατί.

Όπως κάθε χρόνο πήγαμε στο χωριό για το Πάσχα. Όλοι ήταν τόσο ευγενικοί μαζί μας χωρίς να μας κάνει εντύπωση. Ο παππούς εκείνη την χρονιά ήταν πολύ διαφορετικός. Ήθελε συνεχώς να μας πηγαίνει στα κεφενεία και μας κερνάει. Μας έδειχνε σε όλους τους συγχωριανούς του και έλεγε πως ήμασταν οι εγγόνες του. Όλοι του εύχονταν να του ζήσουμε και αυτός χαιρόταν.

Αυτό που μου έκανε τόση εντύπωση δεν ήταν πως ήθελε συνέχεια να μας κερνάει αλλά που μας πήγαινε από το ένα καφενείο στο άλλο για να μας δείχνει. Πρώτη φορά το έκανε και αναρωτιόμουν τι σήμαινε αυτό.

Μικρό παιδί όμως δεν έδωσα και πολύ σημασία. Τον παππού τον Χρήστο τον αγαπούσα πάρα πολύ γιατί έμενε τόσο μακριά μας. Πολύ σπάνια τον έβλεπα και μου άρεσε που μας έκανε όλα τα χατήρια. Ότι πρόβλημα και να είχαμε πηγαίναμε σε αυτόν και μας το έλυνε.

Στην Ανάσταση δεν πήγαινε ποτέ λόγω που είχε την καρδιά του και δεν μπορούσε να κάτσει τόση ώρα όρθιος. Πηγαίναμε εμέις και του φέρναμε το άγιο φως. Με το μπαίναμε στο σπίτι και τα τέσσερα εγγόνια του προσπαθούσαμε να πάρει το φως ο καθένας από τη δική του λαμπάδα. Αυτός έπαιρνε όλες τις λαμπάδες και σε κανέναν δε χαλούσε την καρδιά.

Και εκείνη την Ανάσταση έγινε ακριβώς το ίδιο. Μόνο που όυαν του φέραμε το Άγιο Φως πήρε μόνο τη δική μου λαμπάδα λέγοντας πως ήμουνα η μεγαλύτερη και αυτό έπρεπε να γίνει φέτος. Κανένας δεν του έφερε αντίρρηση και εγώ το σκέφτηκα λίγο αλλά γρήγορα το ξέχασα πιστεύοντας πως δεν ήταν κάτι που έπρεπε να με πειράζει.

Την ημέρα του Πάσχα ο παππούς είχε πολύ όρεξη. Ήθελε να βάζει μουσική και να χορεύουμε όλα τα εγγόνια. Πρώτη φορά το έκανε και μου φάνηκε περίεργο για 2 λεπτά μόνο. Μετά έκανα ότι μας έλεγε. Ήταν τόσο ευτυχισμένος, χαμογελούσε και γελούσε. Ότι και να του λέγαμε μας έλεγε ναι.

Ήταν το πιο όμορφο Πάσχα της ζωής μου γιατί βαθιά μέσα μου ήξερα πως ο παππούς μας με αυτό τον τρόπο μας αποχαιρετούσε. Χαιρόταν που ήμασταν όλοι ενωμένοι και ευτυχισμένοι και με τον τρόπο του μας έλεγε να μη κλάψουμε όταν φύγει.

Ο παππούς μου λίγες εβδομάδες μετά έφυγε και ακόμα μου λείπει. Ήταν ο καλύτερος παππούς του κόσμου γιατί ήταν ο δικός μου παππούς.

Παπού μου αν με ακούς να θυμάσαι πως Σ’ αγαπάω πολύ και πάντα θα σε θυμάμαι,

Μια γλυκιά εφηβική ανάμνηση …

11.jpg

Πολλά blogoπαίχνιδα τελευταίως έχουν εμφανιστεί και είμαι ανήμπορη να πάρω μέρος σε όλα την κατάλληλη χρονική στιγμή.

Η Αρματάν μου έκανε πρόσκληση να γράψω μια γλυκιά εφηβική μου ανάμνηση και εγώ σκέφτηκα να το κάνω τώρα.

Κάθε χρόνο το Πάσχα πηγαίναμε στο χωριό της μαμάς για να περάσουμε μαζί με τον παπού, την γιαγιά, τους θείους , τις θείες και τα ξαδέρφια μας λίγες στιγμές ξεκούρασης.

Το Πάσχα το 1988 ποτέ δε θα το ξεχάσω. Έχει μείνει ανεξίτηλο στην καρδιά μου με ένα γιατί.

Όπως κάθε χρόνο πήγαμε στο χωριό για το Πάσχα. Όλοι ήταν τόσο ευγενικοί μαζί μας χωρίς να μας κάνει εντύπωση. Ο παππούς εκείνη την χρονιά ήταν πολύ διαφορετικός. Ήθελε συνεχώς να μας πηγαίνει στα κεφενεία και μας κερνάει. Μας έδειχνε σε όλους τους συγχωριανούς του και έλεγε πως ήμασταν οι εγγόνες του. Όλοι του εύχονταν να του ζήσουμε και αυτός χαιρόταν.

Αυτό που μου έκανε τόση εντύπωση δεν ήταν πως ήθελε συνέχεια να μας κερνάει αλλά που μας πήγαινε από το ένα καφενείο στο άλλο για να μας δείχνει. Πρώτη φορά το έκανε και αναρωτιόμουν τι σήμαινε αυτό.

Μικρό παιδί όμως δεν έδωσα και πολύ σημασία. Τον παππού τον Χρήστο τον αγαπούσα πάρα πολύ γιατί έμενε τόσο μακριά μας. Πολύ σπάνια τον έβλεπα και μου άρεσε που μας έκανε όλα τα χατήρια. Ότι πρόβλημα και να είχαμε πηγαίναμε σε αυτόν και μας το έλυνε.

Στην Ανάσταση δεν πήγαινε ποτέ λόγω που είχε την καρδιά του και δεν μπορούσε να κάτσει τόση ώρα όρθιος. Πηγαίναμε εμέις και του φέρναμε το άγιο φως. Με το μπαίναμε στο σπίτι και τα τέσσερα εγγόνια του προσπαθούσαμε να πάρει το φως ο καθένας από τη δική του λαμπάδα. Αυτός έπαιρνε όλες τις λαμπάδες και σε κανέναν δε χαλούσε την καρδιά.

Και εκείνη την Ανάσταση έγινε ακριβώς το ίδιο. Μόνο που όυαν του φέραμε το Άγιο Φως πήρε μόνο τη δική μου λαμπάδα λέγοντας πως ήμουνα η μεγαλύτερη και αυτό έπρεπε να γίνει φέτος. Κανένας δεν του έφερε αντίρρηση και εγώ το σκέφτηκα λίγο αλλά γρήγορα το ξέχασα πιστεύοντας πως δεν ήταν κάτι που έπρεπε να με πειράζει.

Την ημέρα του Πάσχα ο παππούς είχε πολύ όρεξη. Ήθελε να βάζει μουσική και να χορεύουμε όλα τα εγγόνια. Πρώτη φορά το έκανε και μου φάνηκε περίεργο για 2 λεπτά μόνο. Μετά έκανα ότι μας έλεγε. Ήταν τόσο ευτυχισμένος, χαμογελούσε και γελούσε. Ότι και να του λέγαμε μας έλεγε ναι.

Ήταν το πιο όμορφο Πάσχα της ζωής μου γιατί βαθιά μέσα μου ήξερα πως ο παππούς μας με αυτό τον τρόπο μας αποχαιρετούσε. Χαιρόταν που ήμασταν όλοι ενωμένοι και ευτυχισμένοι και με τον τρόπο του μας έλεγε να μη κλάψουμε όταν φύγει.

Ο παππούς μου λίγες εβδομάδες μετά έφυγε και ακόμα μου λείπει. Ήταν ο καλύτερος παππούς του κόσμου γιατί ήταν ο δικός μου παππούς.

Παπού μου αν με ακούς να θυμάσαι πως Σ’ αγαπάω πολύ και πάντα θα σε θυμάμαι,

Μια γλυκιά εφηβική ανάμνηση …

11.jpg

Πολλά blogoπαίχνιδα τελευταίως έχουν εμφανιστεί και είμαι ανήμπορη να πάρω μέρος σε όλα την κατάλληλη χρονική στιγμή.

Η Αρματάν μου έκανε πρόσκληση να γράψω μια γλυκιά εφηβική μου ανάμνηση και εγώ σκέφτηκα να το κάνω τώρα.

Κάθε χρόνο το Πάσχα πηγαίναμε στο χωριό της μαμάς για να περάσουμε μαζί με τον παπού, την γιαγιά, τους θείους , τις θείες και τα ξαδέρφια μας λίγες στιγμές ξεκούρασης.

Το Πάσχα το 1988 ποτέ δε θα το ξεχάσω. Έχει μείνει ανεξίτηλο στην καρδιά μου με ένα γιατί.

Όπως κάθε χρόνο πήγαμε στο χωριό για το Πάσχα. Όλοι ήταν τόσο ευγενικοί μαζί μας χωρίς να μας κάνει εντύπωση. Ο παππούς εκείνη την χρονιά ήταν πολύ διαφορετικός. Ήθελε συνεχώς να μας πηγαίνει στα κεφενεία και μας κερνάει. Μας έδειχνε σε όλους τους συγχωριανούς του και έλεγε πως ήμασταν οι εγγόνες του. Όλοι του εύχονταν να του ζήσουμε και αυτός χαιρόταν.

Αυτό που μου έκανε τόση εντύπωση δεν ήταν πως ήθελε συνέχεια να μας κερνάει αλλά που μας πήγαινε από το ένα καφενείο στο άλλο για να μας δείχνει. Πρώτη φορά το έκανε και αναρωτιόμουν τι σήμαινε αυτό.

Μικρό παιδί όμως δεν έδωσα και πολύ σημασία. Τον παππού τον Χρήστο τον αγαπούσα πάρα πολύ γιατί έμενε τόσο μακριά μας. Πολύ σπάνια τον έβλεπα και μου άρεσε που μας έκανε όλα τα χατήρια. Ότι πρόβλημα και να είχαμε πηγαίναμε σε αυτόν και μας το έλυνε.

Στην Ανάσταση δεν πήγαινε ποτέ λόγω που είχε την καρδιά του και δεν μπορούσε να κάτσει τόση ώρα όρθιος. Πηγαίναμε εμέις και του φέρναμε το άγιο φως. Με το μπαίναμε στο σπίτι και τα τέσσερα εγγόνια του προσπαθούσαμε να πάρει το φως ο καθένας από τη δική του λαμπάδα. Αυτός έπαιρνε όλες τις λαμπάδες και σε κανέναν δε χαλούσε την καρδιά.

Και εκείνη την Ανάσταση έγινε ακριβώς το ίδιο. Μόνο που όυαν του φέραμε το Άγιο Φως πήρε μόνο τη δική μου λαμπάδα λέγοντας πως ήμουνα η μεγαλύτερη και αυτό έπρεπε να γίνει φέτος. Κανένας δεν του έφερε αντίρρηση και εγώ το σκέφτηκα λίγο αλλά γρήγορα το ξέχασα πιστεύοντας πως δεν ήταν κάτι που έπρεπε να με πειράζει.

Την ημέρα του Πάσχα ο παππούς είχε πολύ όρεξη. Ήθελε να βάζει μουσική και να χορεύουμε όλα τα εγγόνια. Πρώτη φορά το έκανε και μου φάνηκε περίεργο για 2 λεπτά μόνο. Μετά έκανα ότι μας έλεγε. Ήταν τόσο ευτυχισμένος, χαμογελούσε και γελούσε. Ότι και να του λέγαμε μας έλεγε ναι.

Ήταν το πιο όμορφο Πάσχα της ζωής μου γιατί βαθιά μέσα μου ήξερα πως ο παππούς μας με αυτό τον τρόπο μας αποχαιρετούσε. Χαιρόταν που ήμασταν όλοι ενωμένοι και ευτυχισμένοι και με τον τρόπο του μας έλεγε να μη κλάψουμε όταν φύγει.

Ο παππούς μου λίγες εβδομάδες μετά έφυγε και ακόμα μου λείπει. Ήταν ο καλύτερος παππούς του κόσμου γιατί ήταν ο δικός μου παππούς.

Παπού μου αν με ακούς να θυμάσαι πως Σ’ αγαπάω πολύ και πάντα θα σε θυμάμαι,