Ένα ποιήμα ζητάει αυτόν που το έγραψε …

Όνειρο

Άνθη μάζευα για σένα

στο βουνό που τριγυρνούσα.

Χίλια αγκάθια το καθένα

κι’ όπως τάσφιγγα πονούσα.

Να περάσης καρτερούσα

στο βορηά τον παγωμένο

και το δώρο μου κρατούσα

με λαχτάρα φυλαγμένο

στη θερμή την αγκαλιά μου.

Όλο κοίταζα στα μάκρη.

Η λαχτάρα στην καρδιά μου

και στα μάτια μου το δάκρι.

Μέσ’ στον πόθο μου δεν είδα

μαύρη η Νύχτα να σιμώνη

κ’ έκλαψα χωρίς ελπίδα

που δε στάχα φέρει μόνη.

Ένα ποιήμα ζητάει αυτόν που το έγραψε …

Όνειρο

Άνθη μάζευα για σένα

στο βουνό που τριγυρνούσα.

Χίλια αγκάθια το καθένα

κι’ όπως τάσφιγγα πονούσα.

Να περάσης καρτερούσα

στο βορηά τον παγωμένο

και το δώρο μου κρατούσα

με λαχτάρα φυλαγμένο

στη θερμή την αγκαλιά μου.

Όλο κοίταζα στα μάκρη.

Η λαχτάρα στην καρδιά μου

και στα μάτια μου το δάκρι.

Μέσ’ στον πόθο μου δεν είδα

μαύρη η Νύχτα να σιμώνη

κ’ έκλαψα χωρίς ελπίδα

που δε στάχα φέρει μόνη.

Ένα ποιήμα ζητάει αυτόν που το έγραψε …

Όνειρο

Άνθη μάζευα για σένα

στο βουνό που τριγυρνούσα.

Χίλια αγκάθια το καθένα

κι’ όπως τάσφιγγα πονούσα.

Να περάσης καρτερούσα

στο βορηά τον παγωμένο

και το δώρο μου κρατούσα

με λαχτάρα φυλαγμένο

στη θερμή την αγκαλιά μου.

Όλο κοίταζα στα μάκρη.

Η λαχτάρα στην καρδιά μου

και στα μάτια μου το δάκρι.

Μέσ’ στον πόθο μου δεν είδα

μαύρη η Νύχτα να σιμώνη

κ’ έκλαψα χωρίς ελπίδα

που δε στάχα φέρει μόνη.

Ένα ποιήμα ζητάει αυτόν που το έγραψε …

Όνειρο

Άνθη μάζευα για σένα

στο βουνό που τριγυρνούσα.

Χίλια αγκάθια το καθένα

κι’ όπως τάσφιγγα πονούσα.

Να περάσης καρτερούσα

στο βορηά τον παγωμένο

και το δώρο μου κρατούσα

με λαχτάρα φυλαγμένο

στη θερμή την αγκαλιά μου.

Όλο κοίταζα στα μάκρη.

Η λαχτάρα στην καρδιά μου

και στα μάτια μου το δάκρι.

Μέσ’ στον πόθο μου δεν είδα

μαύρη η Νύχτα να σιμώνη

κ’ έκλαψα χωρίς ελπίδα

που δε στάχα φέρει μόνη.

Ένα ποιήμα ζητάει αυτόν που το έγραψε …

Όνειρο

Άνθη μάζευα για σένα

στο βουνό που τριγυρνούσα.

Χίλια αγκάθια το καθένα

κι’ όπως τάσφιγγα πονούσα.

Να περάσης καρτερούσα

στο βορηά τον παγωμένο

και το δώρο μου κρατούσα

με λαχτάρα φυλαγμένο

στη θερμή την αγκαλιά μου.

Όλο κοίταζα στα μάκρη.

Η λαχτάρα στην καρδιά μου

και στα μάτια μου το δάκρι.

Μέσ’ στον πόθο μου δεν είδα

μαύρη η Νύχτα να σιμώνη

κ’ έκλαψα χωρίς ελπίδα

που δε στάχα φέρει μόνη.

Ένα ποιήμα ζητάει αυτόν που το έγραψε …

Όνειρο

Άνθη μάζευα για σένα

στο βουνό που τριγυρνούσα.

Χίλια αγκάθια το καθένα

κι’ όπως τάσφιγγα πονούσα.

Να περάσης καρτερούσα

στο βορηά τον παγωμένο

και το δώρο μου κρατούσα

με λαχτάρα φυλαγμένο

στη θερμή την αγκαλιά μου.

Όλο κοίταζα στα μάκρη.

Η λαχτάρα στην καρδιά μου

και στα μάτια μου το δάκρι.

Μέσ’ στον πόθο μου δεν είδα

μαύρη η Νύχτα να σιμώνη

κ’ έκλαψα χωρίς ελπίδα

που δε στάχα φέρει μόνη.

Ένα ποιήμα ζητάει αυτόν που το έγραψε …

Όνειρο

Άνθη μάζευα για σένα

στο βουνό που τριγυρνούσα.

Χίλια αγκάθια το καθένα

κι’ όπως τάσφιγγα πονούσα.

Να περάσης καρτερούσα

στο βορηά τον παγωμένο

και το δώρο μου κρατούσα

με λαχτάρα φυλαγμένο

στη θερμή την αγκαλιά μου.

Όλο κοίταζα στα μάκρη.

Η λαχτάρα στην καρδιά μου

και στα μάτια μου το δάκρι.

Μέσ’ στον πόθο μου δεν είδα

μαύρη η Νύχτα να σιμώνη

κ’ έκλαψα χωρίς ελπίδα

που δε στάχα φέρει μόνη.

Ένα ποιήμα ζητάει αυτόν που το έγραψε …

Όνειρο

Άνθη μάζευα για σένα

στο βουνό που τριγυρνούσα.

Χίλια αγκάθια το καθένα

κι’ όπως τάσφιγγα πονούσα.

Να περάσης καρτερούσα

στο βορηά τον παγωμένο

και το δώρο μου κρατούσα

με λαχτάρα φυλαγμένο

στη θερμή την αγκαλιά μου.

Όλο κοίταζα στα μάκρη.

Η λαχτάρα στην καρδιά μου

και στα μάτια μου το δάκρι.

Μέσ’ στον πόθο μου δεν είδα

μαύρη η Νύχτα να σιμώνη

κ’ έκλαψα χωρίς ελπίδα

που δε στάχα φέρει μόνη.

Ένα ποιήμα ζητάει αυτόν που το έγραψε …

Όνειρο

Άνθη μάζευα για σένα

στο βουνό που τριγυρνούσα.

Χίλια αγκάθια το καθένα

κι’ όπως τάσφιγγα πονούσα.

Να περάσης καρτερούσα

στο βορηά τον παγωμένο

και το δώρο μου κρατούσα

με λαχτάρα φυλαγμένο

στη θερμή την αγκαλιά μου.

Όλο κοίταζα στα μάκρη.

Η λαχτάρα στην καρδιά μου

και στα μάτια μου το δάκρι.

Μέσ’ στον πόθο μου δεν είδα

μαύρη η Νύχτα να σιμώνη

κ’ έκλαψα χωρίς ελπίδα

που δε στάχα φέρει μόνη.

Ένα ποιήμα ζητάει αυτόν που το έγραψε …

Όνειρο

Άνθη μάζευα για σένα

στο βουνό που τριγυρνούσα.

Χίλια αγκάθια το καθένα

κι’ όπως τάσφιγγα πονούσα.

Να περάσης καρτερούσα

στο βορηά τον παγωμένο

και το δώρο μου κρατούσα

με λαχτάρα φυλαγμένο

στη θερμή την αγκαλιά μου.

Όλο κοίταζα στα μάκρη.

Η λαχτάρα στην καρδιά μου

και στα μάτια μου το δάκρι.

Μέσ’ στον πόθο μου δεν είδα

μαύρη η Νύχτα να σιμώνη

κ’ έκλαψα χωρίς ελπίδα

που δε στάχα φέρει μόνη.