Για το σημαντικότερο άνθρωπο στη ζωή μας …

0.jpg

Μάνα (Γεράσιμος Μαρκοράς)

Μάνα! Δε βρίσκεται

λέξη καμία

νάχει στον ήχο της

τόση αρμονία,

σαν ποιος να σ’ άκουσε

με στήθος κρύο,

όνομα θείο;

Παιδί από σπάργανα

ζωσμένο ακόμα,

με χάρη ανοίγοντας

γλυκά το στόμα,

γυρνάει στον άγγελο

που τ’ αγκαλιάζει

και μάνα κράζει.

Στον κόσμο τρέχοντας

ο νέος διαβάτης

πέφτει στ’ αγνώριστα

βρόχια τσ’ απάτης,

και αναστενάζοντας,

Μάνα μου! Λέει,

Μάνα! Και κλαίει.

Της νιότης φεύγουνε

τ’ άνθια κ’ η χάρη

τριγύρω σέρνεται

με αργό ποδάρι,

ώσπου στην κλίνη του,

σα βαρεμένος,

πέφτει ο καημένος.

Και πριν την ύστερη

πνοή του στείλει,

αργά ταράζονται

τα κρύα του χείλη,

και με το μάνα μου!

πρώτη φωνή του,

πετά η ψυχή του.

Για το σημαντικότερο άνθρωπο στη ζωή μας …

0.jpg

Μάνα (Γεράσιμος Μαρκοράς)

Μάνα! Δε βρίσκεται

λέξη καμία

νάχει στον ήχο της

τόση αρμονία,

σαν ποιος να σ’ άκουσε

με στήθος κρύο,

όνομα θείο;

Παιδί από σπάργανα

ζωσμένο ακόμα,

με χάρη ανοίγοντας

γλυκά το στόμα,

γυρνάει στον άγγελο

που τ’ αγκαλιάζει

και μάνα κράζει.

Στον κόσμο τρέχοντας

ο νέος διαβάτης

πέφτει στ’ αγνώριστα

βρόχια τσ’ απάτης,

και αναστενάζοντας,

Μάνα μου! Λέει,

Μάνα! Και κλαίει.

Της νιότης φεύγουνε

τ’ άνθια κ’ η χάρη

τριγύρω σέρνεται

με αργό ποδάρι,

ώσπου στην κλίνη του,

σα βαρεμένος,

πέφτει ο καημένος.

Και πριν την ύστερη

πνοή του στείλει,

αργά ταράζονται

τα κρύα του χείλη,

και με το μάνα μου!

πρώτη φωνή του,

πετά η ψυχή του.

Για το σημαντικότερο άνθρωπο στη ζωή μας …

0.jpg

Μάνα (Γεράσιμος Μαρκοράς)

Μάνα! Δε βρίσκεται

λέξη καμία

νάχει στον ήχο της

τόση αρμονία,

σαν ποιος να σ’ άκουσε

με στήθος κρύο,

όνομα θείο;

Παιδί από σπάργανα

ζωσμένο ακόμα,

με χάρη ανοίγοντας

γλυκά το στόμα,

γυρνάει στον άγγελο

που τ’ αγκαλιάζει

και μάνα κράζει.

Στον κόσμο τρέχοντας

ο νέος διαβάτης

πέφτει στ’ αγνώριστα

βρόχια τσ’ απάτης,

και αναστενάζοντας,

Μάνα μου! Λέει,

Μάνα! Και κλαίει.

Της νιότης φεύγουνε

τ’ άνθια κ’ η χάρη

τριγύρω σέρνεται

με αργό ποδάρι,

ώσπου στην κλίνη του,

σα βαρεμένος,

πέφτει ο καημένος.

Και πριν την ύστερη

πνοή του στείλει,

αργά ταράζονται

τα κρύα του χείλη,

και με το μάνα μου!

πρώτη φωνή του,

πετά η ψυχή του.

Για το σημαντικότερο άνθρωπο στη ζωή μας …

0.jpg

Μάνα (Γεράσιμος Μαρκοράς)

Μάνα! Δε βρίσκεται

λέξη καμία

νάχει στον ήχο της

τόση αρμονία,

σαν ποιος να σ’ άκουσε

με στήθος κρύο,

όνομα θείο;

Παιδί από σπάργανα

ζωσμένο ακόμα,

με χάρη ανοίγοντας

γλυκά το στόμα,

γυρνάει στον άγγελο

που τ’ αγκαλιάζει

και μάνα κράζει.

Στον κόσμο τρέχοντας

ο νέος διαβάτης

πέφτει στ’ αγνώριστα

βρόχια τσ’ απάτης,

και αναστενάζοντας,

Μάνα μου! Λέει,

Μάνα! Και κλαίει.

Της νιότης φεύγουνε

τ’ άνθια κ’ η χάρη

τριγύρω σέρνεται

με αργό ποδάρι,

ώσπου στην κλίνη του,

σα βαρεμένος,

πέφτει ο καημένος.

Και πριν την ύστερη

πνοή του στείλει,

αργά ταράζονται

τα κρύα του χείλη,

και με το μάνα μου!

πρώτη φωνή του,

πετά η ψυχή του.

Για το σημαντικότερο άνθρωπο στη ζωή μας …

0.jpg

Μάνα (Γεράσιμος Μαρκοράς)

Μάνα! Δε βρίσκεται

λέξη καμία

νάχει στον ήχο της

τόση αρμονία,

σαν ποιος να σ’ άκουσε

με στήθος κρύο,

όνομα θείο;

Παιδί από σπάργανα

ζωσμένο ακόμα,

με χάρη ανοίγοντας

γλυκά το στόμα,

γυρνάει στον άγγελο

που τ’ αγκαλιάζει

και μάνα κράζει.

Στον κόσμο τρέχοντας

ο νέος διαβάτης

πέφτει στ’ αγνώριστα

βρόχια τσ’ απάτης,

και αναστενάζοντας,

Μάνα μου! Λέει,

Μάνα! Και κλαίει.

Της νιότης φεύγουνε

τ’ άνθια κ’ η χάρη

τριγύρω σέρνεται

με αργό ποδάρι,

ώσπου στην κλίνη του,

σα βαρεμένος,

πέφτει ο καημένος.

Και πριν την ύστερη

πνοή του στείλει,

αργά ταράζονται

τα κρύα του χείλη,

και με το μάνα μου!

πρώτη φωνή του,

πετά η ψυχή του.

Για το σημαντικότερο άνθρωπο στη ζωή μας …

0.jpg

Μάνα (Γεράσιμος Μαρκοράς)

Μάνα! Δε βρίσκεται

λέξη καμία

νάχει στον ήχο της

τόση αρμονία,

σαν ποιος να σ’ άκουσε

με στήθος κρύο,

όνομα θείο;

Παιδί από σπάργανα

ζωσμένο ακόμα,

με χάρη ανοίγοντας

γλυκά το στόμα,

γυρνάει στον άγγελο

που τ’ αγκαλιάζει

και μάνα κράζει.

Στον κόσμο τρέχοντας

ο νέος διαβάτης

πέφτει στ’ αγνώριστα

βρόχια τσ’ απάτης,

και αναστενάζοντας,

Μάνα μου! Λέει,

Μάνα! Και κλαίει.

Της νιότης φεύγουνε

τ’ άνθια κ’ η χάρη

τριγύρω σέρνεται

με αργό ποδάρι,

ώσπου στην κλίνη του,

σα βαρεμένος,

πέφτει ο καημένος.

Και πριν την ύστερη

πνοή του στείλει,

αργά ταράζονται

τα κρύα του χείλη,

και με το μάνα μου!

πρώτη φωνή του,

πετά η ψυχή του.

Για το σημαντικότερο άνθρωπο στη ζωή μας …

0.jpg

Μάνα (Γεράσιμος Μαρκοράς)

Μάνα! Δε βρίσκεται

λέξη καμία

νάχει στον ήχο της

τόση αρμονία,

σαν ποιος να σ’ άκουσε

με στήθος κρύο,

όνομα θείο;

Παιδί από σπάργανα

ζωσμένο ακόμα,

με χάρη ανοίγοντας

γλυκά το στόμα,

γυρνάει στον άγγελο

που τ’ αγκαλιάζει

και μάνα κράζει.

Στον κόσμο τρέχοντας

ο νέος διαβάτης

πέφτει στ’ αγνώριστα

βρόχια τσ’ απάτης,

και αναστενάζοντας,

Μάνα μου! Λέει,

Μάνα! Και κλαίει.

Της νιότης φεύγουνε

τ’ άνθια κ’ η χάρη

τριγύρω σέρνεται

με αργό ποδάρι,

ώσπου στην κλίνη του,

σα βαρεμένος,

πέφτει ο καημένος.

Και πριν την ύστερη

πνοή του στείλει,

αργά ταράζονται

τα κρύα του χείλη,

και με το μάνα μου!

πρώτη φωνή του,

πετά η ψυχή του.