Δεν μου είπαν …

μανα.jpg

Λίγα λεπτά πριν την είδα να μου χαμογελάει. Ήταν τόσο όμορφη σήμερα. Τα μαλλιά της πιασμένα με ένα ροζ κοκαλάκι και λίγες τούφες πέφτανε εδώ και εκεί κοντά στα μάτια της. Με κοιτάζανε με ένα βλέμμα σα  να ήθελαν κάτι να μου πουν.

Κάθισε δίπλα μου μέχρι να κοιμηθώ. Δε μπορούσα μόνη μου γιατί διάφορες σκιές εμφανίζονταν στο δωματιό μου και με φοβίζανε. Δε μου άφησε ούτε λεπτό το χέρι. Ήταν εκεί και μου χαμογελούσε μέχρι να κοιμηθώ.

Όταν ο ύπνος ήρθε σιγά σιγά με καληνύχτισε με ένα γλυκό φιλί και μια αγκαλιά τόσο διαφορετική απ΄όσες μου είχε δώσει μέχρι τώρα. Ακόμα θυμάμαι τα λόγια της «Καληνύχτα τριανταφυλλάκι μου. Όλος ο κόσμος είναι δικός σου τώρα».

Ξάπλωσε ξανά δίπλα μου και μου έπισε το σώμα με το χέρι της. Ήταν τόσο ζεστό και ήμουνα τόσο ευτυχισμένη που υπήρχε στη ζωή μου. Κοιμήθηκα με αυτή την σκέψη και είδα όνειρα με νεράιδες που είχανε τη μορφή της. Με προστάτευε πάντα και μου έδειχνε την αγάπη της.

Όταν ξύπνησα όμως ένιωσα πως κάτι είχε αλλάξει. Ήτανε ακόμα δίπλα μου και το χέρι της ήταν τόσο κρύο. Της φώναζα ότι ξύπνησα αλλά δε σάλευε. Της έλεγα πόσο πολύ την αγαπάω αλλά δε με άκουγε. Φοβήθηκα πολύ και άρχισα να φωνάζω δυνατά. Πίστευα πως θα με άκουγε και θα ξυπνούσε αλλά τίποτα και πάλι δεν έγινε.

 Πήρα τηλέφωνο μια γετόνισσα δίπλα και της εξήγησα τι έγινε. Ήρθε αμέσως να δει τι είχε συμβεί. Την άγγιξε και κάτι κατάλαβε αλλά δεν ήθελε να μου πει. Με παρότρυνε να πάω σπίτι της να πάιξω με τα παιδιά της.Εκείνη θα καθόταν να την περιποιηθεί.

Ακολούθησα τη συμβουλή της. Πήγα δίπλα αλλά δεν είχα όρεξη για παιχνίδι. Κάθισα σε ένα καναπέ και τη σκεφτόμουνα. Ώρες μετά θυμήθηκα πως είχα ξεχάσει το αρκουδάκι μου και πήγα σπίτι μου να το πάρω.

Κόσμος πολύς υπήρχε εκεί ντυμένοι στα μαύρα και όλοι κλαίγανε. Πήγα στο δωμάτιο μου και πήρα το αρκουδάκι μου. Είδα όμως πως δεν ήταν εκεί. Μπήκα στο σαλόνι με ένα βλέμμα σα να τους ρωτούσα που ήτανε τι της είχανε κάνει. Με πήρε στην αγκαλιά της μια θεία μου και αφού έκλαψε λίγο με άφησε κάτω χωρίς τίποτα να μου πει.

Πήγα ξανά στο σπίτι δίπλα και κάθισα μέχρι κάποιος να με αναζητήσει. Οι ώρες περνούσαν και εγώ είχα ένα πλάκωμα στο στομάχι χωρίς να μπορούσα να καταλάβω γιατί. Ένιωθα τις ώρες να περνάνε σα στιγμές και εγώ υπήρχα εκεί μόνη μου χωρίς τη δική της παρουσία. Έκλεινα τα μάτια και προσπαθούσα να φέρω στο μυαλό μου τη μορφή της αλλά μου ήταν τόσο δύσκολο.

Η επόμενη στιγμή ήταν τόσο διαφορετική. Εγώ στο σπίτι μας και εκείνη ξαπλωμένη. Ήμουνα συνέχεια κοντά της και της έλγα πόσο την αγαπάω. Έκλαιγα που δε μου έλεγε και εκείνη πόσο μ’ αγαπούσε. Της φώναζα συνέχεια πως ήθελα ν’ ακούσω τη φωνή της αλλά δε ανταποκρινόταν.

Μου είπαν πως είχε φύγει μακριά στον ουρανό. Θα με πρόσεχε και θα μ’ αγαπούσε από εκεί τώρα. Θα μου έλεγε χιλιάδες σ΄αγαπώ και εγώ μπορούσα να τ’ ακούσω μέσα από την καρδιά μου.

Δε μου είπαν όμως γιατί έπρεπε να συμβεί αυτό. Γιατί έπρεπε εγώ στην ηλικία των 10 χρονών να μείνω ορφανή. Να χάσω τη μανούλα μου που με αγαπούσε και με φρόντιζε. Ποιος είχε αποφασίσει να την πάρει μακριά μου;

Σε μια στιγμή όλα άλλαξαν και εγώ έμεινα μόνη χωρίς το μοναδικό άνθρωπο που με αγαπούσε τόσο πολύ

Advertisements

Δεν μου είπαν …

μανα.jpg

Λίγα λεπτά πριν την είδα να μου χαμογελάει. Ήταν τόσο όμορφη σήμερα. Τα μαλλιά της πιασμένα με ένα ροζ κοκαλάκι και λίγες τούφες πέφτανε εδώ και εκεί κοντά στα μάτια της. Με κοιτάζανε με ένα βλέμμα σα  να ήθελαν κάτι να μου πουν.

Κάθισε δίπλα μου μέχρι να κοιμηθώ. Δε μπορούσα μόνη μου γιατί διάφορες σκιές εμφανίζονταν στο δωματιό μου και με φοβίζανε. Δε μου άφησε ούτε λεπτό το χέρι. Ήταν εκεί και μου χαμογελούσε μέχρι να κοιμηθώ.

Όταν ο ύπνος ήρθε σιγά σιγά με καληνύχτισε με ένα γλυκό φιλί και μια αγκαλιά τόσο διαφορετική απ΄όσες μου είχε δώσει μέχρι τώρα. Ακόμα θυμάμαι τα λόγια της «Καληνύχτα τριανταφυλλάκι μου. Όλος ο κόσμος είναι δικός σου τώρα».

Ξάπλωσε ξανά δίπλα μου και μου έπισε το σώμα με το χέρι της. Ήταν τόσο ζεστό και ήμουνα τόσο ευτυχισμένη που υπήρχε στη ζωή μου. Κοιμήθηκα με αυτή την σκέψη και είδα όνειρα με νεράιδες που είχανε τη μορφή της. Με προστάτευε πάντα και μου έδειχνε την αγάπη της.

Όταν ξύπνησα όμως ένιωσα πως κάτι είχε αλλάξει. Ήτανε ακόμα δίπλα μου και το χέρι της ήταν τόσο κρύο. Της φώναζα ότι ξύπνησα αλλά δε σάλευε. Της έλεγα πόσο πολύ την αγαπάω αλλά δε με άκουγε. Φοβήθηκα πολύ και άρχισα να φωνάζω δυνατά. Πίστευα πως θα με άκουγε και θα ξυπνούσε αλλά τίποτα και πάλι δεν έγινε.

 Πήρα τηλέφωνο μια γετόνισσα δίπλα και της εξήγησα τι έγινε. Ήρθε αμέσως να δει τι είχε συμβεί. Την άγγιξε και κάτι κατάλαβε αλλά δεν ήθελε να μου πει. Με παρότρυνε να πάω σπίτι της να πάιξω με τα παιδιά της.Εκείνη θα καθόταν να την περιποιηθεί.

Ακολούθησα τη συμβουλή της. Πήγα δίπλα αλλά δεν είχα όρεξη για παιχνίδι. Κάθισα σε ένα καναπέ και τη σκεφτόμουνα. Ώρες μετά θυμήθηκα πως είχα ξεχάσει το αρκουδάκι μου και πήγα σπίτι μου να το πάρω.

Κόσμος πολύς υπήρχε εκεί ντυμένοι στα μαύρα και όλοι κλαίγανε. Πήγα στο δωμάτιο μου και πήρα το αρκουδάκι μου. Είδα όμως πως δεν ήταν εκεί. Μπήκα στο σαλόνι με ένα βλέμμα σα να τους ρωτούσα που ήτανε τι της είχανε κάνει. Με πήρε στην αγκαλιά της μια θεία μου και αφού έκλαψε λίγο με άφησε κάτω χωρίς τίποτα να μου πει.

Πήγα ξανά στο σπίτι δίπλα και κάθισα μέχρι κάποιος να με αναζητήσει. Οι ώρες περνούσαν και εγώ είχα ένα πλάκωμα στο στομάχι χωρίς να μπορούσα να καταλάβω γιατί. Ένιωθα τις ώρες να περνάνε σα στιγμές και εγώ υπήρχα εκεί μόνη μου χωρίς τη δική της παρουσία. Έκλεινα τα μάτια και προσπαθούσα να φέρω στο μυαλό μου τη μορφή της αλλά μου ήταν τόσο δύσκολο.

Η επόμενη στιγμή ήταν τόσο διαφορετική. Εγώ στο σπίτι μας και εκείνη ξαπλωμένη. Ήμουνα συνέχεια κοντά της και της έλγα πόσο την αγαπάω. Έκλαιγα που δε μου έλεγε και εκείνη πόσο μ’ αγαπούσε. Της φώναζα συνέχεια πως ήθελα ν’ ακούσω τη φωνή της αλλά δε ανταποκρινόταν.

Μου είπαν πως είχε φύγει μακριά στον ουρανό. Θα με πρόσεχε και θα μ’ αγαπούσε από εκεί τώρα. Θα μου έλεγε χιλιάδες σ΄αγαπώ και εγώ μπορούσα να τ’ ακούσω μέσα από την καρδιά μου.

Δε μου είπαν όμως γιατί έπρεπε να συμβεί αυτό. Γιατί έπρεπε εγώ στην ηλικία των 10 χρονών να μείνω ορφανή. Να χάσω τη μανούλα μου που με αγαπούσε και με φρόντιζε. Ποιος είχε αποφασίσει να την πάρει μακριά μου;

Σε μια στιγμή όλα άλλαξαν και εγώ έμεινα μόνη χωρίς το μοναδικό άνθρωπο που με αγαπούσε τόσο πολύ

Δεν μου είπαν …

μανα.jpg

Λίγα λεπτά πριν την είδα να μου χαμογελάει. Ήταν τόσο όμορφη σήμερα. Τα μαλλιά της πιασμένα με ένα ροζ κοκαλάκι και λίγες τούφες πέφτανε εδώ και εκεί κοντά στα μάτια της. Με κοιτάζανε με ένα βλέμμα σα  να ήθελαν κάτι να μου πουν.

Κάθισε δίπλα μου μέχρι να κοιμηθώ. Δε μπορούσα μόνη μου γιατί διάφορες σκιές εμφανίζονταν στο δωματιό μου και με φοβίζανε. Δε μου άφησε ούτε λεπτό το χέρι. Ήταν εκεί και μου χαμογελούσε μέχρι να κοιμηθώ.

Όταν ο ύπνος ήρθε σιγά σιγά με καληνύχτισε με ένα γλυκό φιλί και μια αγκαλιά τόσο διαφορετική απ΄όσες μου είχε δώσει μέχρι τώρα. Ακόμα θυμάμαι τα λόγια της «Καληνύχτα τριανταφυλλάκι μου. Όλος ο κόσμος είναι δικός σου τώρα».

Ξάπλωσε ξανά δίπλα μου και μου έπισε το σώμα με το χέρι της. Ήταν τόσο ζεστό και ήμουνα τόσο ευτυχισμένη που υπήρχε στη ζωή μου. Κοιμήθηκα με αυτή την σκέψη και είδα όνειρα με νεράιδες που είχανε τη μορφή της. Με προστάτευε πάντα και μου έδειχνε την αγάπη της.

Όταν ξύπνησα όμως ένιωσα πως κάτι είχε αλλάξει. Ήτανε ακόμα δίπλα μου και το χέρι της ήταν τόσο κρύο. Της φώναζα ότι ξύπνησα αλλά δε σάλευε. Της έλεγα πόσο πολύ την αγαπάω αλλά δε με άκουγε. Φοβήθηκα πολύ και άρχισα να φωνάζω δυνατά. Πίστευα πως θα με άκουγε και θα ξυπνούσε αλλά τίποτα και πάλι δεν έγινε.

 Πήρα τηλέφωνο μια γετόνισσα δίπλα και της εξήγησα τι έγινε. Ήρθε αμέσως να δει τι είχε συμβεί. Την άγγιξε και κάτι κατάλαβε αλλά δεν ήθελε να μου πει. Με παρότρυνε να πάω σπίτι της να πάιξω με τα παιδιά της.Εκείνη θα καθόταν να την περιποιηθεί.

Ακολούθησα τη συμβουλή της. Πήγα δίπλα αλλά δεν είχα όρεξη για παιχνίδι. Κάθισα σε ένα καναπέ και τη σκεφτόμουνα. Ώρες μετά θυμήθηκα πως είχα ξεχάσει το αρκουδάκι μου και πήγα σπίτι μου να το πάρω.

Κόσμος πολύς υπήρχε εκεί ντυμένοι στα μαύρα και όλοι κλαίγανε. Πήγα στο δωμάτιο μου και πήρα το αρκουδάκι μου. Είδα όμως πως δεν ήταν εκεί. Μπήκα στο σαλόνι με ένα βλέμμα σα να τους ρωτούσα που ήτανε τι της είχανε κάνει. Με πήρε στην αγκαλιά της μια θεία μου και αφού έκλαψε λίγο με άφησε κάτω χωρίς τίποτα να μου πει.

Πήγα ξανά στο σπίτι δίπλα και κάθισα μέχρι κάποιος να με αναζητήσει. Οι ώρες περνούσαν και εγώ είχα ένα πλάκωμα στο στομάχι χωρίς να μπορούσα να καταλάβω γιατί. Ένιωθα τις ώρες να περνάνε σα στιγμές και εγώ υπήρχα εκεί μόνη μου χωρίς τη δική της παρουσία. Έκλεινα τα μάτια και προσπαθούσα να φέρω στο μυαλό μου τη μορφή της αλλά μου ήταν τόσο δύσκολο.

Η επόμενη στιγμή ήταν τόσο διαφορετική. Εγώ στο σπίτι μας και εκείνη ξαπλωμένη. Ήμουνα συνέχεια κοντά της και της έλγα πόσο την αγαπάω. Έκλαιγα που δε μου έλεγε και εκείνη πόσο μ’ αγαπούσε. Της φώναζα συνέχεια πως ήθελα ν’ ακούσω τη φωνή της αλλά δε ανταποκρινόταν.

Μου είπαν πως είχε φύγει μακριά στον ουρανό. Θα με πρόσεχε και θα μ’ αγαπούσε από εκεί τώρα. Θα μου έλεγε χιλιάδες σ΄αγαπώ και εγώ μπορούσα να τ’ ακούσω μέσα από την καρδιά μου.

Δε μου είπαν όμως γιατί έπρεπε να συμβεί αυτό. Γιατί έπρεπε εγώ στην ηλικία των 10 χρονών να μείνω ορφανή. Να χάσω τη μανούλα μου που με αγαπούσε και με φρόντιζε. Ποιος είχε αποφασίσει να την πάρει μακριά μου;

Σε μια στιγμή όλα άλλαξαν και εγώ έμεινα μόνη χωρίς το μοναδικό άνθρωπο που με αγαπούσε τόσο πολύ

Δεν μου είπαν …

μανα.jpg

Λίγα λεπτά πριν την είδα να μου χαμογελάει. Ήταν τόσο όμορφη σήμερα. Τα μαλλιά της πιασμένα με ένα ροζ κοκαλάκι και λίγες τούφες πέφτανε εδώ και εκεί κοντά στα μάτια της. Με κοιτάζανε με ένα βλέμμα σα  να ήθελαν κάτι να μου πουν.

Κάθισε δίπλα μου μέχρι να κοιμηθώ. Δε μπορούσα μόνη μου γιατί διάφορες σκιές εμφανίζονταν στο δωματιό μου και με φοβίζανε. Δε μου άφησε ούτε λεπτό το χέρι. Ήταν εκεί και μου χαμογελούσε μέχρι να κοιμηθώ.

Όταν ο ύπνος ήρθε σιγά σιγά με καληνύχτισε με ένα γλυκό φιλί και μια αγκαλιά τόσο διαφορετική απ΄όσες μου είχε δώσει μέχρι τώρα. Ακόμα θυμάμαι τα λόγια της «Καληνύχτα τριανταφυλλάκι μου. Όλος ο κόσμος είναι δικός σου τώρα».

Ξάπλωσε ξανά δίπλα μου και μου έπισε το σώμα με το χέρι της. Ήταν τόσο ζεστό και ήμουνα τόσο ευτυχισμένη που υπήρχε στη ζωή μου. Κοιμήθηκα με αυτή την σκέψη και είδα όνειρα με νεράιδες που είχανε τη μορφή της. Με προστάτευε πάντα και μου έδειχνε την αγάπη της.

Όταν ξύπνησα όμως ένιωσα πως κάτι είχε αλλάξει. Ήτανε ακόμα δίπλα μου και το χέρι της ήταν τόσο κρύο. Της φώναζα ότι ξύπνησα αλλά δε σάλευε. Της έλεγα πόσο πολύ την αγαπάω αλλά δε με άκουγε. Φοβήθηκα πολύ και άρχισα να φωνάζω δυνατά. Πίστευα πως θα με άκουγε και θα ξυπνούσε αλλά τίποτα και πάλι δεν έγινε.

 Πήρα τηλέφωνο μια γετόνισσα δίπλα και της εξήγησα τι έγινε. Ήρθε αμέσως να δει τι είχε συμβεί. Την άγγιξε και κάτι κατάλαβε αλλά δεν ήθελε να μου πει. Με παρότρυνε να πάω σπίτι της να πάιξω με τα παιδιά της.Εκείνη θα καθόταν να την περιποιηθεί.

Ακολούθησα τη συμβουλή της. Πήγα δίπλα αλλά δεν είχα όρεξη για παιχνίδι. Κάθισα σε ένα καναπέ και τη σκεφτόμουνα. Ώρες μετά θυμήθηκα πως είχα ξεχάσει το αρκουδάκι μου και πήγα σπίτι μου να το πάρω.

Κόσμος πολύς υπήρχε εκεί ντυμένοι στα μαύρα και όλοι κλαίγανε. Πήγα στο δωμάτιο μου και πήρα το αρκουδάκι μου. Είδα όμως πως δεν ήταν εκεί. Μπήκα στο σαλόνι με ένα βλέμμα σα να τους ρωτούσα που ήτανε τι της είχανε κάνει. Με πήρε στην αγκαλιά της μια θεία μου και αφού έκλαψε λίγο με άφησε κάτω χωρίς τίποτα να μου πει.

Πήγα ξανά στο σπίτι δίπλα και κάθισα μέχρι κάποιος να με αναζητήσει. Οι ώρες περνούσαν και εγώ είχα ένα πλάκωμα στο στομάχι χωρίς να μπορούσα να καταλάβω γιατί. Ένιωθα τις ώρες να περνάνε σα στιγμές και εγώ υπήρχα εκεί μόνη μου χωρίς τη δική της παρουσία. Έκλεινα τα μάτια και προσπαθούσα να φέρω στο μυαλό μου τη μορφή της αλλά μου ήταν τόσο δύσκολο.

Η επόμενη στιγμή ήταν τόσο διαφορετική. Εγώ στο σπίτι μας και εκείνη ξαπλωμένη. Ήμουνα συνέχεια κοντά της και της έλγα πόσο την αγαπάω. Έκλαιγα που δε μου έλεγε και εκείνη πόσο μ’ αγαπούσε. Της φώναζα συνέχεια πως ήθελα ν’ ακούσω τη φωνή της αλλά δε ανταποκρινόταν.

Μου είπαν πως είχε φύγει μακριά στον ουρανό. Θα με πρόσεχε και θα μ’ αγαπούσε από εκεί τώρα. Θα μου έλεγε χιλιάδες σ΄αγαπώ και εγώ μπορούσα να τ’ ακούσω μέσα από την καρδιά μου.

Δε μου είπαν όμως γιατί έπρεπε να συμβεί αυτό. Γιατί έπρεπε εγώ στην ηλικία των 10 χρονών να μείνω ορφανή. Να χάσω τη μανούλα μου που με αγαπούσε και με φρόντιζε. Ποιος είχε αποφασίσει να την πάρει μακριά μου;

Σε μια στιγμή όλα άλλαξαν και εγώ έμεινα μόνη χωρίς το μοναδικό άνθρωπο που με αγαπούσε τόσο πολύ

Δεν μου είπαν …

μανα.jpg

Λίγα λεπτά πριν την είδα να μου χαμογελάει. Ήταν τόσο όμορφη σήμερα. Τα μαλλιά της πιασμένα με ένα ροζ κοκαλάκι και λίγες τούφες πέφτανε εδώ και εκεί κοντά στα μάτια της. Με κοιτάζανε με ένα βλέμμα σα  να ήθελαν κάτι να μου πουν.

Κάθισε δίπλα μου μέχρι να κοιμηθώ. Δε μπορούσα μόνη μου γιατί διάφορες σκιές εμφανίζονταν στο δωματιό μου και με φοβίζανε. Δε μου άφησε ούτε λεπτό το χέρι. Ήταν εκεί και μου χαμογελούσε μέχρι να κοιμηθώ.

Όταν ο ύπνος ήρθε σιγά σιγά με καληνύχτισε με ένα γλυκό φιλί και μια αγκαλιά τόσο διαφορετική απ΄όσες μου είχε δώσει μέχρι τώρα. Ακόμα θυμάμαι τα λόγια της «Καληνύχτα τριανταφυλλάκι μου. Όλος ο κόσμος είναι δικός σου τώρα».

Ξάπλωσε ξανά δίπλα μου και μου έπισε το σώμα με το χέρι της. Ήταν τόσο ζεστό και ήμουνα τόσο ευτυχισμένη που υπήρχε στη ζωή μου. Κοιμήθηκα με αυτή την σκέψη και είδα όνειρα με νεράιδες που είχανε τη μορφή της. Με προστάτευε πάντα και μου έδειχνε την αγάπη της.

Όταν ξύπνησα όμως ένιωσα πως κάτι είχε αλλάξει. Ήτανε ακόμα δίπλα μου και το χέρι της ήταν τόσο κρύο. Της φώναζα ότι ξύπνησα αλλά δε σάλευε. Της έλεγα πόσο πολύ την αγαπάω αλλά δε με άκουγε. Φοβήθηκα πολύ και άρχισα να φωνάζω δυνατά. Πίστευα πως θα με άκουγε και θα ξυπνούσε αλλά τίποτα και πάλι δεν έγινε.

 Πήρα τηλέφωνο μια γετόνισσα δίπλα και της εξήγησα τι έγινε. Ήρθε αμέσως να δει τι είχε συμβεί. Την άγγιξε και κάτι κατάλαβε αλλά δεν ήθελε να μου πει. Με παρότρυνε να πάω σπίτι της να πάιξω με τα παιδιά της.Εκείνη θα καθόταν να την περιποιηθεί.

Ακολούθησα τη συμβουλή της. Πήγα δίπλα αλλά δεν είχα όρεξη για παιχνίδι. Κάθισα σε ένα καναπέ και τη σκεφτόμουνα. Ώρες μετά θυμήθηκα πως είχα ξεχάσει το αρκουδάκι μου και πήγα σπίτι μου να το πάρω.

Κόσμος πολύς υπήρχε εκεί ντυμένοι στα μαύρα και όλοι κλαίγανε. Πήγα στο δωμάτιο μου και πήρα το αρκουδάκι μου. Είδα όμως πως δεν ήταν εκεί. Μπήκα στο σαλόνι με ένα βλέμμα σα να τους ρωτούσα που ήτανε τι της είχανε κάνει. Με πήρε στην αγκαλιά της μια θεία μου και αφού έκλαψε λίγο με άφησε κάτω χωρίς τίποτα να μου πει.

Πήγα ξανά στο σπίτι δίπλα και κάθισα μέχρι κάποιος να με αναζητήσει. Οι ώρες περνούσαν και εγώ είχα ένα πλάκωμα στο στομάχι χωρίς να μπορούσα να καταλάβω γιατί. Ένιωθα τις ώρες να περνάνε σα στιγμές και εγώ υπήρχα εκεί μόνη μου χωρίς τη δική της παρουσία. Έκλεινα τα μάτια και προσπαθούσα να φέρω στο μυαλό μου τη μορφή της αλλά μου ήταν τόσο δύσκολο.

Η επόμενη στιγμή ήταν τόσο διαφορετική. Εγώ στο σπίτι μας και εκείνη ξαπλωμένη. Ήμουνα συνέχεια κοντά της και της έλγα πόσο την αγαπάω. Έκλαιγα που δε μου έλεγε και εκείνη πόσο μ’ αγαπούσε. Της φώναζα συνέχεια πως ήθελα ν’ ακούσω τη φωνή της αλλά δε ανταποκρινόταν.

Μου είπαν πως είχε φύγει μακριά στον ουρανό. Θα με πρόσεχε και θα μ’ αγαπούσε από εκεί τώρα. Θα μου έλεγε χιλιάδες σ΄αγαπώ και εγώ μπορούσα να τ’ ακούσω μέσα από την καρδιά μου.

Δε μου είπαν όμως γιατί έπρεπε να συμβεί αυτό. Γιατί έπρεπε εγώ στην ηλικία των 10 χρονών να μείνω ορφανή. Να χάσω τη μανούλα μου που με αγαπούσε και με φρόντιζε. Ποιος είχε αποφασίσει να την πάρει μακριά μου;

Σε μια στιγμή όλα άλλαξαν και εγώ έμεινα μόνη χωρίς το μοναδικό άνθρωπο που με αγαπούσε τόσο πολύ

Δεν μου είπαν …

μανα.jpg

Λίγα λεπτά πριν την είδα να μου χαμογελάει. Ήταν τόσο όμορφη σήμερα. Τα μαλλιά της πιασμένα με ένα ροζ κοκαλάκι και λίγες τούφες πέφτανε εδώ και εκεί κοντά στα μάτια της. Με κοιτάζανε με ένα βλέμμα σα  να ήθελαν κάτι να μου πουν.

Κάθισε δίπλα μου μέχρι να κοιμηθώ. Δε μπορούσα μόνη μου γιατί διάφορες σκιές εμφανίζονταν στο δωματιό μου και με φοβίζανε. Δε μου άφησε ούτε λεπτό το χέρι. Ήταν εκεί και μου χαμογελούσε μέχρι να κοιμηθώ.

Όταν ο ύπνος ήρθε σιγά σιγά με καληνύχτισε με ένα γλυκό φιλί και μια αγκαλιά τόσο διαφορετική απ΄όσες μου είχε δώσει μέχρι τώρα. Ακόμα θυμάμαι τα λόγια της «Καληνύχτα τριανταφυλλάκι μου. Όλος ο κόσμος είναι δικός σου τώρα».

Ξάπλωσε ξανά δίπλα μου και μου έπισε το σώμα με το χέρι της. Ήταν τόσο ζεστό και ήμουνα τόσο ευτυχισμένη που υπήρχε στη ζωή μου. Κοιμήθηκα με αυτή την σκέψη και είδα όνειρα με νεράιδες που είχανε τη μορφή της. Με προστάτευε πάντα και μου έδειχνε την αγάπη της.

Όταν ξύπνησα όμως ένιωσα πως κάτι είχε αλλάξει. Ήτανε ακόμα δίπλα μου και το χέρι της ήταν τόσο κρύο. Της φώναζα ότι ξύπνησα αλλά δε σάλευε. Της έλεγα πόσο πολύ την αγαπάω αλλά δε με άκουγε. Φοβήθηκα πολύ και άρχισα να φωνάζω δυνατά. Πίστευα πως θα με άκουγε και θα ξυπνούσε αλλά τίποτα και πάλι δεν έγινε.

 Πήρα τηλέφωνο μια γετόνισσα δίπλα και της εξήγησα τι έγινε. Ήρθε αμέσως να δει τι είχε συμβεί. Την άγγιξε και κάτι κατάλαβε αλλά δεν ήθελε να μου πει. Με παρότρυνε να πάω σπίτι της να πάιξω με τα παιδιά της.Εκείνη θα καθόταν να την περιποιηθεί.

Ακολούθησα τη συμβουλή της. Πήγα δίπλα αλλά δεν είχα όρεξη για παιχνίδι. Κάθισα σε ένα καναπέ και τη σκεφτόμουνα. Ώρες μετά θυμήθηκα πως είχα ξεχάσει το αρκουδάκι μου και πήγα σπίτι μου να το πάρω.

Κόσμος πολύς υπήρχε εκεί ντυμένοι στα μαύρα και όλοι κλαίγανε. Πήγα στο δωμάτιο μου και πήρα το αρκουδάκι μου. Είδα όμως πως δεν ήταν εκεί. Μπήκα στο σαλόνι με ένα βλέμμα σα να τους ρωτούσα που ήτανε τι της είχανε κάνει. Με πήρε στην αγκαλιά της μια θεία μου και αφού έκλαψε λίγο με άφησε κάτω χωρίς τίποτα να μου πει.

Πήγα ξανά στο σπίτι δίπλα και κάθισα μέχρι κάποιος να με αναζητήσει. Οι ώρες περνούσαν και εγώ είχα ένα πλάκωμα στο στομάχι χωρίς να μπορούσα να καταλάβω γιατί. Ένιωθα τις ώρες να περνάνε σα στιγμές και εγώ υπήρχα εκεί μόνη μου χωρίς τη δική της παρουσία. Έκλεινα τα μάτια και προσπαθούσα να φέρω στο μυαλό μου τη μορφή της αλλά μου ήταν τόσο δύσκολο.

Η επόμενη στιγμή ήταν τόσο διαφορετική. Εγώ στο σπίτι μας και εκείνη ξαπλωμένη. Ήμουνα συνέχεια κοντά της και της έλγα πόσο την αγαπάω. Έκλαιγα που δε μου έλεγε και εκείνη πόσο μ’ αγαπούσε. Της φώναζα συνέχεια πως ήθελα ν’ ακούσω τη φωνή της αλλά δε ανταποκρινόταν.

Μου είπαν πως είχε φύγει μακριά στον ουρανό. Θα με πρόσεχε και θα μ’ αγαπούσε από εκεί τώρα. Θα μου έλεγε χιλιάδες σ΄αγαπώ και εγώ μπορούσα να τ’ ακούσω μέσα από την καρδιά μου.

Δε μου είπαν όμως γιατί έπρεπε να συμβεί αυτό. Γιατί έπρεπε εγώ στην ηλικία των 10 χρονών να μείνω ορφανή. Να χάσω τη μανούλα μου που με αγαπούσε και με φρόντιζε. Ποιος είχε αποφασίσει να την πάρει μακριά μου;

Σε μια στιγμή όλα άλλαξαν και εγώ έμεινα μόνη χωρίς το μοναδικό άνθρωπο που με αγαπούσε τόσο πολύ

Δεν μου είπαν …

μανα.jpg

Λίγα λεπτά πριν την είδα να μου χαμογελάει. Ήταν τόσο όμορφη σήμερα. Τα μαλλιά της πιασμένα με ένα ροζ κοκαλάκι και λίγες τούφες πέφτανε εδώ και εκεί κοντά στα μάτια της. Με κοιτάζανε με ένα βλέμμα σα  να ήθελαν κάτι να μου πουν.

Κάθισε δίπλα μου μέχρι να κοιμηθώ. Δε μπορούσα μόνη μου γιατί διάφορες σκιές εμφανίζονταν στο δωματιό μου και με φοβίζανε. Δε μου άφησε ούτε λεπτό το χέρι. Ήταν εκεί και μου χαμογελούσε μέχρι να κοιμηθώ.

Όταν ο ύπνος ήρθε σιγά σιγά με καληνύχτισε με ένα γλυκό φιλί και μια αγκαλιά τόσο διαφορετική απ΄όσες μου είχε δώσει μέχρι τώρα. Ακόμα θυμάμαι τα λόγια της «Καληνύχτα τριανταφυλλάκι μου. Όλος ο κόσμος είναι δικός σου τώρα».

Ξάπλωσε ξανά δίπλα μου και μου έπισε το σώμα με το χέρι της. Ήταν τόσο ζεστό και ήμουνα τόσο ευτυχισμένη που υπήρχε στη ζωή μου. Κοιμήθηκα με αυτή την σκέψη και είδα όνειρα με νεράιδες που είχανε τη μορφή της. Με προστάτευε πάντα και μου έδειχνε την αγάπη της.

Όταν ξύπνησα όμως ένιωσα πως κάτι είχε αλλάξει. Ήτανε ακόμα δίπλα μου και το χέρι της ήταν τόσο κρύο. Της φώναζα ότι ξύπνησα αλλά δε σάλευε. Της έλεγα πόσο πολύ την αγαπάω αλλά δε με άκουγε. Φοβήθηκα πολύ και άρχισα να φωνάζω δυνατά. Πίστευα πως θα με άκουγε και θα ξυπνούσε αλλά τίποτα και πάλι δεν έγινε.

 Πήρα τηλέφωνο μια γετόνισσα δίπλα και της εξήγησα τι έγινε. Ήρθε αμέσως να δει τι είχε συμβεί. Την άγγιξε και κάτι κατάλαβε αλλά δεν ήθελε να μου πει. Με παρότρυνε να πάω σπίτι της να πάιξω με τα παιδιά της.Εκείνη θα καθόταν να την περιποιηθεί.

Ακολούθησα τη συμβουλή της. Πήγα δίπλα αλλά δεν είχα όρεξη για παιχνίδι. Κάθισα σε ένα καναπέ και τη σκεφτόμουνα. Ώρες μετά θυμήθηκα πως είχα ξεχάσει το αρκουδάκι μου και πήγα σπίτι μου να το πάρω.

Κόσμος πολύς υπήρχε εκεί ντυμένοι στα μαύρα και όλοι κλαίγανε. Πήγα στο δωμάτιο μου και πήρα το αρκουδάκι μου. Είδα όμως πως δεν ήταν εκεί. Μπήκα στο σαλόνι με ένα βλέμμα σα να τους ρωτούσα που ήτανε τι της είχανε κάνει. Με πήρε στην αγκαλιά της μια θεία μου και αφού έκλαψε λίγο με άφησε κάτω χωρίς τίποτα να μου πει.

Πήγα ξανά στο σπίτι δίπλα και κάθισα μέχρι κάποιος να με αναζητήσει. Οι ώρες περνούσαν και εγώ είχα ένα πλάκωμα στο στομάχι χωρίς να μπορούσα να καταλάβω γιατί. Ένιωθα τις ώρες να περνάνε σα στιγμές και εγώ υπήρχα εκεί μόνη μου χωρίς τη δική της παρουσία. Έκλεινα τα μάτια και προσπαθούσα να φέρω στο μυαλό μου τη μορφή της αλλά μου ήταν τόσο δύσκολο.

Η επόμενη στιγμή ήταν τόσο διαφορετική. Εγώ στο σπίτι μας και εκείνη ξαπλωμένη. Ήμουνα συνέχεια κοντά της και της έλγα πόσο την αγαπάω. Έκλαιγα που δε μου έλεγε και εκείνη πόσο μ’ αγαπούσε. Της φώναζα συνέχεια πως ήθελα ν’ ακούσω τη φωνή της αλλά δε ανταποκρινόταν.

Μου είπαν πως είχε φύγει μακριά στον ουρανό. Θα με πρόσεχε και θα μ’ αγαπούσε από εκεί τώρα. Θα μου έλεγε χιλιάδες σ΄αγαπώ και εγώ μπορούσα να τ’ ακούσω μέσα από την καρδιά μου.

Δε μου είπαν όμως γιατί έπρεπε να συμβεί αυτό. Γιατί έπρεπε εγώ στην ηλικία των 10 χρονών να μείνω ορφανή. Να χάσω τη μανούλα μου που με αγαπούσε και με φρόντιζε. Ποιος είχε αποφασίσει να την πάρει μακριά μου;

Σε μια στιγμή όλα άλλαξαν και εγώ έμεινα μόνη χωρίς το μοναδικό άνθρωπο που με αγαπούσε τόσο πολύ