Για την δική μου …

Μαρία
‘Εξω από το παράθυρο έλαμπε το πέλαγος.

Θα τρελλαθώ αν χαθεί το πέλαγος, είπε η Μαρία.

‘Εκρυβε με τα χέρια τη γυμνότητα,

παράφορη, γυρίζοντας

με μια τρομαχτικήν απόγνωση σ’ όλα τα κέντρα,

σ’ όλους τους κινηματογράφους της πρωτεύουσας.

Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες επίμονα.

Παραξενεύονταν που δεν τον είχε ιδεί κανείς.

Πού νάναι; πού είναι; πες μου τώρα, πες μου εσύ.

Πάντα γυμνή, τόσο άμυαλη. Και ξάφνου

μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε

κι όρμησε πάνω του. Μα εκείνος

ήταν βουβός, πολύ βουβός, ένας χαμένος

ίσκιος. Και την έσυρε. Και πέθαναν.

Τους πήρε το τιμόνι στον κατήφορο, τους τσάκισε

τα κόκκαλα και τα νεφρά. Πολύν καιρό

κατόπι μας βασάνισε η ψυχή τους.

Τάκης Σινόπουλος

Advertisements

Για την δική μου …

Μαρία
‘Εξω από το παράθυρο έλαμπε το πέλαγος.

Θα τρελλαθώ αν χαθεί το πέλαγος, είπε η Μαρία.

‘Εκρυβε με τα χέρια τη γυμνότητα,

παράφορη, γυρίζοντας

με μια τρομαχτικήν απόγνωση σ’ όλα τα κέντρα,

σ’ όλους τους κινηματογράφους της πρωτεύουσας.

Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες επίμονα.

Παραξενεύονταν που δεν τον είχε ιδεί κανείς.

Πού νάναι; πού είναι; πες μου τώρα, πες μου εσύ.

Πάντα γυμνή, τόσο άμυαλη. Και ξάφνου

μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε

κι όρμησε πάνω του. Μα εκείνος

ήταν βουβός, πολύ βουβός, ένας χαμένος

ίσκιος. Και την έσυρε. Και πέθαναν.

Τους πήρε το τιμόνι στον κατήφορο, τους τσάκισε

τα κόκκαλα και τα νεφρά. Πολύν καιρό

κατόπι μας βασάνισε η ψυχή τους.

Τάκης Σινόπουλος

Για την δική μου …

Μαρία
‘Εξω από το παράθυρο έλαμπε το πέλαγος.

Θα τρελλαθώ αν χαθεί το πέλαγος, είπε η Μαρία.

‘Εκρυβε με τα χέρια τη γυμνότητα,

παράφορη, γυρίζοντας

με μια τρομαχτικήν απόγνωση σ’ όλα τα κέντρα,

σ’ όλους τους κινηματογράφους της πρωτεύουσας.

Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες επίμονα.

Παραξενεύονταν που δεν τον είχε ιδεί κανείς.

Πού νάναι; πού είναι; πες μου τώρα, πες μου εσύ.

Πάντα γυμνή, τόσο άμυαλη. Και ξάφνου

μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε

κι όρμησε πάνω του. Μα εκείνος

ήταν βουβός, πολύ βουβός, ένας χαμένος

ίσκιος. Και την έσυρε. Και πέθαναν.

Τους πήρε το τιμόνι στον κατήφορο, τους τσάκισε

τα κόκκαλα και τα νεφρά. Πολύν καιρό

κατόπι μας βασάνισε η ψυχή τους.

Τάκης Σινόπουλος

Για την δική μου …

Μαρία
‘Εξω από το παράθυρο έλαμπε το πέλαγος.

Θα τρελλαθώ αν χαθεί το πέλαγος, είπε η Μαρία.

‘Εκρυβε με τα χέρια τη γυμνότητα,

παράφορη, γυρίζοντας

με μια τρομαχτικήν απόγνωση σ’ όλα τα κέντρα,

σ’ όλους τους κινηματογράφους της πρωτεύουσας.

Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες επίμονα.

Παραξενεύονταν που δεν τον είχε ιδεί κανείς.

Πού νάναι; πού είναι; πες μου τώρα, πες μου εσύ.

Πάντα γυμνή, τόσο άμυαλη. Και ξάφνου

μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε

κι όρμησε πάνω του. Μα εκείνος

ήταν βουβός, πολύ βουβός, ένας χαμένος

ίσκιος. Και την έσυρε. Και πέθαναν.

Τους πήρε το τιμόνι στον κατήφορο, τους τσάκισε

τα κόκκαλα και τα νεφρά. Πολύν καιρό

κατόπι μας βασάνισε η ψυχή τους.

Τάκης Σινόπουλος

Για την δική μου …

Μαρία
‘Εξω από το παράθυρο έλαμπε το πέλαγος.

Θα τρελλαθώ αν χαθεί το πέλαγος, είπε η Μαρία.

‘Εκρυβε με τα χέρια τη γυμνότητα,

παράφορη, γυρίζοντας

με μια τρομαχτικήν απόγνωση σ’ όλα τα κέντρα,

σ’ όλους τους κινηματογράφους της πρωτεύουσας.

Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες επίμονα.

Παραξενεύονταν που δεν τον είχε ιδεί κανείς.

Πού νάναι; πού είναι; πες μου τώρα, πες μου εσύ.

Πάντα γυμνή, τόσο άμυαλη. Και ξάφνου

μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε

κι όρμησε πάνω του. Μα εκείνος

ήταν βουβός, πολύ βουβός, ένας χαμένος

ίσκιος. Και την έσυρε. Και πέθαναν.

Τους πήρε το τιμόνι στον κατήφορο, τους τσάκισε

τα κόκκαλα και τα νεφρά. Πολύν καιρό

κατόπι μας βασάνισε η ψυχή τους.

Τάκης Σινόπουλος

Για την δική μου …

Μαρία
‘Εξω από το παράθυρο έλαμπε το πέλαγος.

Θα τρελλαθώ αν χαθεί το πέλαγος, είπε η Μαρία.

‘Εκρυβε με τα χέρια τη γυμνότητα,

παράφορη, γυρίζοντας

με μια τρομαχτικήν απόγνωση σ’ όλα τα κέντρα,

σ’ όλους τους κινηματογράφους της πρωτεύουσας.

Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες επίμονα.

Παραξενεύονταν που δεν τον είχε ιδεί κανείς.

Πού νάναι; πού είναι; πες μου τώρα, πες μου εσύ.

Πάντα γυμνή, τόσο άμυαλη. Και ξάφνου

μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε

κι όρμησε πάνω του. Μα εκείνος

ήταν βουβός, πολύ βουβός, ένας χαμένος

ίσκιος. Και την έσυρε. Και πέθαναν.

Τους πήρε το τιμόνι στον κατήφορο, τους τσάκισε

τα κόκκαλα και τα νεφρά. Πολύν καιρό

κατόπι μας βασάνισε η ψυχή τους.

Τάκης Σινόπουλος

Για την δική μου …

Μαρία
‘Εξω από το παράθυρο έλαμπε το πέλαγος.

Θα τρελλαθώ αν χαθεί το πέλαγος, είπε η Μαρία.

‘Εκρυβε με τα χέρια τη γυμνότητα,

παράφορη, γυρίζοντας

με μια τρομαχτικήν απόγνωση σ’ όλα τα κέντρα,

σ’ όλους τους κινηματογράφους της πρωτεύουσας.

Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες επίμονα.

Παραξενεύονταν που δεν τον είχε ιδεί κανείς.

Πού νάναι; πού είναι; πες μου τώρα, πες μου εσύ.

Πάντα γυμνή, τόσο άμυαλη. Και ξάφνου

μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε

κι όρμησε πάνω του. Μα εκείνος

ήταν βουβός, πολύ βουβός, ένας χαμένος

ίσκιος. Και την έσυρε. Και πέθαναν.

Τους πήρε το τιμόνι στον κατήφορο, τους τσάκισε

τα κόκκαλα και τα νεφρά. Πολύν καιρό

κατόπι μας βασάνισε η ψυχή τους.

Τάκης Σινόπουλος