Η πραγματική αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ …

Τα βιβλία που διαβάζω τα ζω. Μου αρέσει να μπαίνω στη θέση της ηρωίδας και να σκέφτομαι τι θα έκανα εγώ αν ήμουνα στη θέση τους. Αγαπημένο μου βιβλίο τον τεέυταίο μήνα είναι το «Υ.Γ. Σ’ αγαπώ» της Cecelia Ahern. Είναι το μοναδικό βιβλίο που το έχω διαβάσει παραπάνω από δύο φορές και έχω κλάψει τόσο πολύ. Η πραγματική αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ.253.jpg

Αφιερώνω σήμερα ένα απόσπασμα απ΄το τόσο καταπληκτικό βιβλίο.

Η Χόλι ακούμπησε το μπλε βαμβακερό πουλόβερ στο πρόσωπό της και κατακλύστηκε από τη γνώριμη μυρωδιά του. Ένιωσε τη θλίψη να πέφτει σαν γροθιά στο στομάχι της και να της σφίγγει την καρδιά. Ο αυχένας της άρχισε να μουδιάζει και ο κόμπος στο λαιμό της παραλίγο να την πνίξει. Πανικοβλήθηκε. Εκτός από το χαμηλόφωνο μουρμουρητό του ψυγείου και το βογκητό των σωληνώσεων, στο σπίτι δεν ακουγόταν τίποτα άλλο. Ήταν μόνη. Ένιωσε μια πικρή γεύση να ανεβαίνει στο στόμα της και έτρεξε στο μπάνιο όπου κατέρρευσε μπροστά στη λεκάνη.

Ο Τζέρι είχε φύγει και δεν θα επέστρεφε πια. Αυτή ήταν η πραγματικότητα. Ποτέ δεν θα χάιδευε ξανά με τα δάχτυλά της τα μεταξένια του μαλλιά, ποτέ δεν θα τον ξανάβλεπε να κάθεται δίπλα της σε κάποιο γεύμα και να της ψιθυρίζει ένα αστείο, ποτέ δεν θα μπορούσε να ξανακλάψει στον ώμο του μετά τη δουλειά, ποτέ ξανά δεν θα μοιραζόταν το κρεβάτι μαζί του, ποτέ δεν θα την ξυπνούσε ξανά το πρωινό του φτέρνισμα, ποτέ ξανά δεν θα έσκαγαν μαζί στα γέλια ούτε θα τσακώνονταν για το ποιος είχε σειρά να σηκωθεί για να σβήσει το φως πριν κοιμηθούν. Το μόνο που της είχε απομείνει, ήταν μερικές αναμνήσεις και η εικόνα του προσώπου του, η οποία κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο θολή.

Το σχέδιό τους ήταν πολύ απλό: Θα έμεναν μαζί για το υπόλοιπο της ζωής τους. Ήταν ένα σχέδιο το οποίο όλοι οι φίλοι τους πίστευαν πως μπορούσαν να πραγματοποιήσουν. Ήταν οι καλύτεροι φίλοι, ήταν εραστές και αδελφές ψυχές. Ήταν γραφτό τους να είναι μαζί και αυτό ήταν κάτι που πίστευαν όσοι τους γνώριζαν. Μια μέρα όμως, το αδηφάγο πεπρωμένο άλλαξε γνώμη.

Το τέλος είχε έρθει πάρα πολύ γρήγορα. Μετά από μια ημικρανία που τον είχε ταλαιπωρήσει για μερικές μέρες, ο Τζέρι ακολούθησε τη συμβουλή της Χόλι και επισκέφθηκε τελικά το γιατρό. Ήταν μια Τετάρτη μεσημέρι, στο μεσημεριανό του διάλειμμα από τη δουλειά. Η Χόλι και ο Τζέρι πίστεψαν αρχικά ότι ο πονοκέφαλος οφειλόταν στο στρες ή στην κούραση, και σκέφτηκαν ότι στη χειρότερη περίπτωση θα χρειαζόταν γυαλιά. Αυτό δεν είχε χαροποιήσει καθόλου τον Τζέρι. Η προοπτική να φορέσει γυαλιά τον είχε αναστατώσει. Τελικά, δεν υπήρχε κανένας λόγος γι’ αυτή την αναστάτωση. Δεν ήταν τα μάτια του το πρόβλημα. Το πρόβλημα ήταν ο όγκος που μεγάλωνε μέσα στον εγκέφαλό του.

Η Χόλι τράβηξε το καζανάκι και νιώθοντας τα παγωμένα πλακάκια στις πατούσες της στάθηκε με κόπο στα πόδια της. Ο Τζέρι ήταν τριάντα χρόνων. Δεν ήταν σε καμία περίπτωση ο πιο υγιής άνθρωπος του πλανήτη, αλλά ήταν αρκετά υγιής, για να… για να ζήσει μια φυσιολογική ζωή. Όταν η ασθένειά του έγινε πια πολύ σοβαρή, είχε το θάρρος να αστειεύεται λέγοντας ότι δεν έπρεπε να έχει ζήσει τη ζωή του τόσο συγκρατημένα. Έπρεπε να είχε πάρει ναρκωτικά, να είχε πιει και να είχε ταξιδέψει περισσότερο, έπρεπε να είχε μάθει να πέφτει με αλεξίπτωτο, χωρίς αλεξίπτωτο… και η λίστα ήταν ατελείωτη. Εκείνος αστειευόταν για όλα αυτά, αλλά η Χόλι έβλεπε τη θλίψη ζωγραφισμένη στα μάτια του. Θλίψη για όλα αυτά που δεν πρόλαβε να κάνει, θλίψη για τα μέρη που δεν πρόλαβε να δει, θλίψη για τις μελλοντικές εμπειρίες που ποτέ δεν θα είχε την ευκαιρία να ζήσει. Ένιωθε άραγε θλίψη και για τη ζωή του με τη Χόλι; Η Χόλι δεν αμφέβαλε ποτέ ότι την αγαπούσε, όμως ενδόμυχα φοβόταν ότι εκείνος, κάποιες στιγμές, μπορεί να ένιωθε την κοινή τους ζωή σαν σπατάλη χρόνου.

Ξαφνικά, ο χρόνος που περνάει αμείλικτα έπαψε να τον τρομάζει. Ήθελε να δει πώς είναι να γερνάει κανείς. Τι θράσος εκ μέρους και των δυο τους να μην τους έχει περάσει ποτέ από το μυαλό ότι τα γεράματα είναι επίτευγμα και πρόκληση μαζί! Και όμως, τα γηρατειά ήταν κάτι που πάντα και οι δυο τους ήθελαν τόσο πολύ να αποφύγουν.

Η Χόλι σερνόταν από δωμάτιο σε δωμάτιο, κλαίγοντας ασταμάτητα. Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα και πονούσαν, και η νύχτα μπροστά της έμοιαζε ατελείωτη. Σε κανένα από τα δωμάτια του σπιτιού δεν μπορούσε να βρει λίγη ανακούφιση. Κοίταζε τα έπιπλα και το μόνο που συναντούσε, ήταν η σιωπή, όμοια με ανεπιθύμητο καλεσμένο. Από μέσα της ευχόταν να μπορούσε να ανοίξει ο καναπές τα χέρια του και να την αγκαλιάσει, όμως και αυτός την αγνοούσε.

Του Τζέρι δεν θα του άρεσε αυτό, σκέφτηκε. Πήρε μια βαθιά ανάσα, σκούπισε τα δάκρυά της και προσπάθησε να δει την κατάσταση λογικά. Όχι, του Τζέρι δεν θα του άρεσε καθόλου αυτό.

Όπως και όλες τις άλλες νύχτες των τελευταίων εβδομάδων, η Χόλι έπεσε για έναν ακόμα ανήσυχο ύπνο τις πρώτες πρωινές ώρες. Κάθε μέρα έβρισκε τον εαυτό της σωριασμένο να κοιμάται σε άβολες στάσεις πάνω σε κάποιο έπιπλο. Για άλλη μια φορά, την ξύπνησε το τηλεφώνημα ενός ανήσυχου συγγενή. Ίσως όλοι να πίστευαν ότι το μόνο που έκανε η Χόλι ήταν να κοιμάται. Γιατί δεν της τηλεφωνούσαν οι ανήσυχοι συγγενείς και φίλοι, όταν περιφερόταν άσκοπα μέσα στο σπίτι, σαν ζωντανή νεκρή, αναζητώντας… αναζητώντας τι; Τι περίμενε ότι θα έβρισκε;

Σήκωσε το ακουστικό. «Παρακαλώ;» Η φωνή της μετά βίας ακουγόταν και είχε κλείσει από το κλάμα, αλλά δεν την ένοιαζε, γιατί δεν την ενδιέφερε πια να δείχνει γενναία. Ο καλύτερος φίλος της είχε φύγει και κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει ότι αυτό το κενό στην καρδιά της δεν μπορούσε να το γεμίσει, όσο μακιγιάζ και αν έβαζε, όσο καθαρό αέρα και αν έπαιρνε, όσα ψώνια και αν έκανε.

«Συγγνώμη, αγάπη μου, σε ξύπνησα;» Η φωνή της μητέρας της Χόλι ακούστηκε ανήσυχη από την άλλη άκρη της γραμμής. Πάντα η ίδια συνομιλία. Κάθε πρωί η μητέρα της της τηλεφωνούσε για να δει αν είχε επιβιώσει ύστερα από άλλη μία μοναχική νύχτα. Πάντα φοβόταν μην την ξυπνήσει και όμως πάντα χαιρόταν όταν άκουγε τη φωνή της. Την καθησύχαζε να διαπιστώνει ότι η κόρη της είχε αντιμετωπίσει με γενναιότητα τα φαντάσματα της νύχτας.

«Όχι, μαμά, είχα απλώς ξαπλώσει, δεν πειράζει». Η ίδια πάντα απάντηση.

«Ο μπαμπάς σου και ο Ντέκλαν έχουν βγει έξω, και σε σκεφτόμουν, παιδί μου». Γιατί αυτή η γλυκιά, καθησυχαστική φωνή έφερνε πάντοτε δάκρυα στα μάτια της Χόλι; Μπορούσε να δει την ανήσυχη έκφραση της μητέρας της, το βλοσυρό της βλέμμα, τις ρυτίδες της έγνοιας να χαράζουν το μέτωπό της. Όμως αυτή η εικόνα τάραζε τη Χόλι. Την έκανε να θυμάται το λόγο που όλοι ανησυχούσαν, την έκανε να σκέφτεται ότι δεν θα έπρεπε να ανησυχούν. Όλα θα έπρεπε να είναι φυσιολογικά. Όπως παλιά που, όση ώρα η μητέρα της φλυαρούσε στο τηλέφωνο, ο Τζέρι βρισκόταν δίπλα της, προσπαθώντας να την κάνει να γελάσει. Όταν τελικά την έπιαναν τα γέλια, έδινε το ακουστικό στον Τζέρι. Εκείνος συνέχιζε να μιλάει σαν να μη συνέβαινε τίποτα, αγνοώντας τη Χόλι που χοροπηδούσε γύρω από το κρεβάτι, αγνοώντας τις προσπάθειες που έκανε για να τραβήξει την προσοχή του με τις περίεργές της γκριμάτσες και τους αστείους της χορούς. Όμως όλα αυτά σπανίως είχαν αποτέλεσμα.

Σε όλη τη διάρκεια της συνομιλίας, η Χόλι απαντούσε μονολεκτικά. Το αυτί της ήταν κολλημένο στο ακουστικό, αλλά δεν άκουγε.

«Έχει μια υπέροχη μέρα, Χόλι. Θα σου έκανε πολύ καλό μια βόλτα. Λίγος καθαρός αέρας».

«Ναι». Φρέσκος αέρας -; αυτή ήταν για άλλη μια φορά η απάντηση σε όλα της τα προβλήματα.

«Ίσως περάσω από εκεί αργότερα, να μιλήσουμε λιγάκι».

«Όχι, μαμά, μια χαρά είμαι».

Σιωπή.

«Καλά τότε… πάρε με τηλέφωνο αν αλλάξεις γνώμη. Δεν έχω δουλειές σήμερα».

«Εντάξει».

Ξανά σιωπή.

«Ευχαριστώ πάντως».

«Εντάξει, γλυκιά μου… να προσέχεις».

«Θα προσέχω». Η Χόλι ετοιμαζόταν να κλείσει το τηλέφωνο, όταν άκουσε ξανά τη φωνή της μητέρας της.

«Χόλι, παραλίγο να το ξεχάσω. Εκείνος ο φάκελος είναι ακόμη εδώ. Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Μπορεί να τον θέλεις, έχουν περάσει βδομάδες από τότε που ήρθε και μπορεί να είναι κάτι σημαντικό».

«Αμφιβάλλω. Θα είναι καμιά κάρτα».

«Δεν πρέπει να είναι κάρτα, γλυκιά μου. Πάνω από το όνομά σου γράφει… μια στιγμή να πάω να τον φέρω…»

Άκουσε τη μητέρα της να ακουμπάει κάτω το ακουστικό, ύστερα άκουσε τα τακούνια της πάνω στα πλακάκια, μερικές καρέκλες να σέρνονται, τα βήματα να πλησιάζουν ξανά και τη μητέρα της να πιάνει το ακουστικό…

«Είσαι ακόμα εκεί;»

«Ναι».

«Λοιπόν, πάνω πάνω γράφει «;Η λίστα»;. Ίσως να είναι από τη δουλειά σου, αγάπη μου. Νομίζω ότι θα άξιζε τον κόπο να…»

Προτού η μητέρα της αποτελειώσει τη φράση, το ακουστικό έπεσε από τα χέρια της Χόλι.

Η πραγματική αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ …

Τα βιβλία που διαβάζω τα ζω. Μου αρέσει να μπαίνω στη θέση της ηρωίδας και να σκέφτομαι τι θα έκανα εγώ αν ήμουνα στη θέση τους. Αγαπημένο μου βιβλίο τον τεέυταίο μήνα είναι το «Υ.Γ. Σ’ αγαπώ» της Cecelia Ahern. Είναι το μοναδικό βιβλίο που το έχω διαβάσει παραπάνω από δύο φορές και έχω κλάψει τόσο πολύ. Η πραγματική αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ.253.jpg

Αφιερώνω σήμερα ένα απόσπασμα απ΄το τόσο καταπληκτικό βιβλίο.

Η Χόλι ακούμπησε το μπλε βαμβακερό πουλόβερ στο πρόσωπό της και κατακλύστηκε από τη γνώριμη μυρωδιά του. Ένιωσε τη θλίψη να πέφτει σαν γροθιά στο στομάχι της και να της σφίγγει την καρδιά. Ο αυχένας της άρχισε να μουδιάζει και ο κόμπος στο λαιμό της παραλίγο να την πνίξει. Πανικοβλήθηκε. Εκτός από το χαμηλόφωνο μουρμουρητό του ψυγείου και το βογκητό των σωληνώσεων, στο σπίτι δεν ακουγόταν τίποτα άλλο. Ήταν μόνη. Ένιωσε μια πικρή γεύση να ανεβαίνει στο στόμα της και έτρεξε στο μπάνιο όπου κατέρρευσε μπροστά στη λεκάνη.

Ο Τζέρι είχε φύγει και δεν θα επέστρεφε πια. Αυτή ήταν η πραγματικότητα. Ποτέ δεν θα χάιδευε ξανά με τα δάχτυλά της τα μεταξένια του μαλλιά, ποτέ δεν θα τον ξανάβλεπε να κάθεται δίπλα της σε κάποιο γεύμα και να της ψιθυρίζει ένα αστείο, ποτέ δεν θα μπορούσε να ξανακλάψει στον ώμο του μετά τη δουλειά, ποτέ ξανά δεν θα μοιραζόταν το κρεβάτι μαζί του, ποτέ δεν θα την ξυπνούσε ξανά το πρωινό του φτέρνισμα, ποτέ ξανά δεν θα έσκαγαν μαζί στα γέλια ούτε θα τσακώνονταν για το ποιος είχε σειρά να σηκωθεί για να σβήσει το φως πριν κοιμηθούν. Το μόνο που της είχε απομείνει, ήταν μερικές αναμνήσεις και η εικόνα του προσώπου του, η οποία κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο θολή.

Το σχέδιό τους ήταν πολύ απλό: Θα έμεναν μαζί για το υπόλοιπο της ζωής τους. Ήταν ένα σχέδιο το οποίο όλοι οι φίλοι τους πίστευαν πως μπορούσαν να πραγματοποιήσουν. Ήταν οι καλύτεροι φίλοι, ήταν εραστές και αδελφές ψυχές. Ήταν γραφτό τους να είναι μαζί και αυτό ήταν κάτι που πίστευαν όσοι τους γνώριζαν. Μια μέρα όμως, το αδηφάγο πεπρωμένο άλλαξε γνώμη.

Το τέλος είχε έρθει πάρα πολύ γρήγορα. Μετά από μια ημικρανία που τον είχε ταλαιπωρήσει για μερικές μέρες, ο Τζέρι ακολούθησε τη συμβουλή της Χόλι και επισκέφθηκε τελικά το γιατρό. Ήταν μια Τετάρτη μεσημέρι, στο μεσημεριανό του διάλειμμα από τη δουλειά. Η Χόλι και ο Τζέρι πίστεψαν αρχικά ότι ο πονοκέφαλος οφειλόταν στο στρες ή στην κούραση, και σκέφτηκαν ότι στη χειρότερη περίπτωση θα χρειαζόταν γυαλιά. Αυτό δεν είχε χαροποιήσει καθόλου τον Τζέρι. Η προοπτική να φορέσει γυαλιά τον είχε αναστατώσει. Τελικά, δεν υπήρχε κανένας λόγος γι’ αυτή την αναστάτωση. Δεν ήταν τα μάτια του το πρόβλημα. Το πρόβλημα ήταν ο όγκος που μεγάλωνε μέσα στον εγκέφαλό του.

Η Χόλι τράβηξε το καζανάκι και νιώθοντας τα παγωμένα πλακάκια στις πατούσες της στάθηκε με κόπο στα πόδια της. Ο Τζέρι ήταν τριάντα χρόνων. Δεν ήταν σε καμία περίπτωση ο πιο υγιής άνθρωπος του πλανήτη, αλλά ήταν αρκετά υγιής, για να… για να ζήσει μια φυσιολογική ζωή. Όταν η ασθένειά του έγινε πια πολύ σοβαρή, είχε το θάρρος να αστειεύεται λέγοντας ότι δεν έπρεπε να έχει ζήσει τη ζωή του τόσο συγκρατημένα. Έπρεπε να είχε πάρει ναρκωτικά, να είχε πιει και να είχε ταξιδέψει περισσότερο, έπρεπε να είχε μάθει να πέφτει με αλεξίπτωτο, χωρίς αλεξίπτωτο… και η λίστα ήταν ατελείωτη. Εκείνος αστειευόταν για όλα αυτά, αλλά η Χόλι έβλεπε τη θλίψη ζωγραφισμένη στα μάτια του. Θλίψη για όλα αυτά που δεν πρόλαβε να κάνει, θλίψη για τα μέρη που δεν πρόλαβε να δει, θλίψη για τις μελλοντικές εμπειρίες που ποτέ δεν θα είχε την ευκαιρία να ζήσει. Ένιωθε άραγε θλίψη και για τη ζωή του με τη Χόλι; Η Χόλι δεν αμφέβαλε ποτέ ότι την αγαπούσε, όμως ενδόμυχα φοβόταν ότι εκείνος, κάποιες στιγμές, μπορεί να ένιωθε την κοινή τους ζωή σαν σπατάλη χρόνου.

Ξαφνικά, ο χρόνος που περνάει αμείλικτα έπαψε να τον τρομάζει. Ήθελε να δει πώς είναι να γερνάει κανείς. Τι θράσος εκ μέρους και των δυο τους να μην τους έχει περάσει ποτέ από το μυαλό ότι τα γεράματα είναι επίτευγμα και πρόκληση μαζί! Και όμως, τα γηρατειά ήταν κάτι που πάντα και οι δυο τους ήθελαν τόσο πολύ να αποφύγουν.

Η Χόλι σερνόταν από δωμάτιο σε δωμάτιο, κλαίγοντας ασταμάτητα. Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα και πονούσαν, και η νύχτα μπροστά της έμοιαζε ατελείωτη. Σε κανένα από τα δωμάτια του σπιτιού δεν μπορούσε να βρει λίγη ανακούφιση. Κοίταζε τα έπιπλα και το μόνο που συναντούσε, ήταν η σιωπή, όμοια με ανεπιθύμητο καλεσμένο. Από μέσα της ευχόταν να μπορούσε να ανοίξει ο καναπές τα χέρια του και να την αγκαλιάσει, όμως και αυτός την αγνοούσε.

Του Τζέρι δεν θα του άρεσε αυτό, σκέφτηκε. Πήρε μια βαθιά ανάσα, σκούπισε τα δάκρυά της και προσπάθησε να δει την κατάσταση λογικά. Όχι, του Τζέρι δεν θα του άρεσε καθόλου αυτό.

Όπως και όλες τις άλλες νύχτες των τελευταίων εβδομάδων, η Χόλι έπεσε για έναν ακόμα ανήσυχο ύπνο τις πρώτες πρωινές ώρες. Κάθε μέρα έβρισκε τον εαυτό της σωριασμένο να κοιμάται σε άβολες στάσεις πάνω σε κάποιο έπιπλο. Για άλλη μια φορά, την ξύπνησε το τηλεφώνημα ενός ανήσυχου συγγενή. Ίσως όλοι να πίστευαν ότι το μόνο που έκανε η Χόλι ήταν να κοιμάται. Γιατί δεν της τηλεφωνούσαν οι ανήσυχοι συγγενείς και φίλοι, όταν περιφερόταν άσκοπα μέσα στο σπίτι, σαν ζωντανή νεκρή, αναζητώντας… αναζητώντας τι; Τι περίμενε ότι θα έβρισκε;

Σήκωσε το ακουστικό. «Παρακαλώ;» Η φωνή της μετά βίας ακουγόταν και είχε κλείσει από το κλάμα, αλλά δεν την ένοιαζε, γιατί δεν την ενδιέφερε πια να δείχνει γενναία. Ο καλύτερος φίλος της είχε φύγει και κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει ότι αυτό το κενό στην καρδιά της δεν μπορούσε να το γεμίσει, όσο μακιγιάζ και αν έβαζε, όσο καθαρό αέρα και αν έπαιρνε, όσα ψώνια και αν έκανε.

«Συγγνώμη, αγάπη μου, σε ξύπνησα;» Η φωνή της μητέρας της Χόλι ακούστηκε ανήσυχη από την άλλη άκρη της γραμμής. Πάντα η ίδια συνομιλία. Κάθε πρωί η μητέρα της της τηλεφωνούσε για να δει αν είχε επιβιώσει ύστερα από άλλη μία μοναχική νύχτα. Πάντα φοβόταν μην την ξυπνήσει και όμως πάντα χαιρόταν όταν άκουγε τη φωνή της. Την καθησύχαζε να διαπιστώνει ότι η κόρη της είχε αντιμετωπίσει με γενναιότητα τα φαντάσματα της νύχτας.

«Όχι, μαμά, είχα απλώς ξαπλώσει, δεν πειράζει». Η ίδια πάντα απάντηση.

«Ο μπαμπάς σου και ο Ντέκλαν έχουν βγει έξω, και σε σκεφτόμουν, παιδί μου». Γιατί αυτή η γλυκιά, καθησυχαστική φωνή έφερνε πάντοτε δάκρυα στα μάτια της Χόλι; Μπορούσε να δει την ανήσυχη έκφραση της μητέρας της, το βλοσυρό της βλέμμα, τις ρυτίδες της έγνοιας να χαράζουν το μέτωπό της. Όμως αυτή η εικόνα τάραζε τη Χόλι. Την έκανε να θυμάται το λόγο που όλοι ανησυχούσαν, την έκανε να σκέφτεται ότι δεν θα έπρεπε να ανησυχούν. Όλα θα έπρεπε να είναι φυσιολογικά. Όπως παλιά που, όση ώρα η μητέρα της φλυαρούσε στο τηλέφωνο, ο Τζέρι βρισκόταν δίπλα της, προσπαθώντας να την κάνει να γελάσει. Όταν τελικά την έπιαναν τα γέλια, έδινε το ακουστικό στον Τζέρι. Εκείνος συνέχιζε να μιλάει σαν να μη συνέβαινε τίποτα, αγνοώντας τη Χόλι που χοροπηδούσε γύρω από το κρεβάτι, αγνοώντας τις προσπάθειες που έκανε για να τραβήξει την προσοχή του με τις περίεργές της γκριμάτσες και τους αστείους της χορούς. Όμως όλα αυτά σπανίως είχαν αποτέλεσμα.

Σε όλη τη διάρκεια της συνομιλίας, η Χόλι απαντούσε μονολεκτικά. Το αυτί της ήταν κολλημένο στο ακουστικό, αλλά δεν άκουγε.

«Έχει μια υπέροχη μέρα, Χόλι. Θα σου έκανε πολύ καλό μια βόλτα. Λίγος καθαρός αέρας».

«Ναι». Φρέσκος αέρας -; αυτή ήταν για άλλη μια φορά η απάντηση σε όλα της τα προβλήματα.

«Ίσως περάσω από εκεί αργότερα, να μιλήσουμε λιγάκι».

«Όχι, μαμά, μια χαρά είμαι».

Σιωπή.

«Καλά τότε… πάρε με τηλέφωνο αν αλλάξεις γνώμη. Δεν έχω δουλειές σήμερα».

«Εντάξει».

Ξανά σιωπή.

«Ευχαριστώ πάντως».

«Εντάξει, γλυκιά μου… να προσέχεις».

«Θα προσέχω». Η Χόλι ετοιμαζόταν να κλείσει το τηλέφωνο, όταν άκουσε ξανά τη φωνή της μητέρας της.

«Χόλι, παραλίγο να το ξεχάσω. Εκείνος ο φάκελος είναι ακόμη εδώ. Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Μπορεί να τον θέλεις, έχουν περάσει βδομάδες από τότε που ήρθε και μπορεί να είναι κάτι σημαντικό».

«Αμφιβάλλω. Θα είναι καμιά κάρτα».

«Δεν πρέπει να είναι κάρτα, γλυκιά μου. Πάνω από το όνομά σου γράφει… μια στιγμή να πάω να τον φέρω…»

Άκουσε τη μητέρα της να ακουμπάει κάτω το ακουστικό, ύστερα άκουσε τα τακούνια της πάνω στα πλακάκια, μερικές καρέκλες να σέρνονται, τα βήματα να πλησιάζουν ξανά και τη μητέρα της να πιάνει το ακουστικό…

«Είσαι ακόμα εκεί;»

«Ναι».

«Λοιπόν, πάνω πάνω γράφει «;Η λίστα»;. Ίσως να είναι από τη δουλειά σου, αγάπη μου. Νομίζω ότι θα άξιζε τον κόπο να…»

Προτού η μητέρα της αποτελειώσει τη φράση, το ακουστικό έπεσε από τα χέρια της Χόλι.

Η πραγματική αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ …

Τα βιβλία που διαβάζω τα ζω. Μου αρέσει να μπαίνω στη θέση της ηρωίδας και να σκέφτομαι τι θα έκανα εγώ αν ήμουνα στη θέση τους. Αγαπημένο μου βιβλίο τον τεέυταίο μήνα είναι το «Υ.Γ. Σ’ αγαπώ» της Cecelia Ahern. Είναι το μοναδικό βιβλίο που το έχω διαβάσει παραπάνω από δύο φορές και έχω κλάψει τόσο πολύ. Η πραγματική αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ.253.jpg

Αφιερώνω σήμερα ένα απόσπασμα απ΄το τόσο καταπληκτικό βιβλίο.

Η Χόλι ακούμπησε το μπλε βαμβακερό πουλόβερ στο πρόσωπό της και κατακλύστηκε από τη γνώριμη μυρωδιά του. Ένιωσε τη θλίψη να πέφτει σαν γροθιά στο στομάχι της και να της σφίγγει την καρδιά. Ο αυχένας της άρχισε να μουδιάζει και ο κόμπος στο λαιμό της παραλίγο να την πνίξει. Πανικοβλήθηκε. Εκτός από το χαμηλόφωνο μουρμουρητό του ψυγείου και το βογκητό των σωληνώσεων, στο σπίτι δεν ακουγόταν τίποτα άλλο. Ήταν μόνη. Ένιωσε μια πικρή γεύση να ανεβαίνει στο στόμα της και έτρεξε στο μπάνιο όπου κατέρρευσε μπροστά στη λεκάνη.

Ο Τζέρι είχε φύγει και δεν θα επέστρεφε πια. Αυτή ήταν η πραγματικότητα. Ποτέ δεν θα χάιδευε ξανά με τα δάχτυλά της τα μεταξένια του μαλλιά, ποτέ δεν θα τον ξανάβλεπε να κάθεται δίπλα της σε κάποιο γεύμα και να της ψιθυρίζει ένα αστείο, ποτέ δεν θα μπορούσε να ξανακλάψει στον ώμο του μετά τη δουλειά, ποτέ ξανά δεν θα μοιραζόταν το κρεβάτι μαζί του, ποτέ δεν θα την ξυπνούσε ξανά το πρωινό του φτέρνισμα, ποτέ ξανά δεν θα έσκαγαν μαζί στα γέλια ούτε θα τσακώνονταν για το ποιος είχε σειρά να σηκωθεί για να σβήσει το φως πριν κοιμηθούν. Το μόνο που της είχε απομείνει, ήταν μερικές αναμνήσεις και η εικόνα του προσώπου του, η οποία κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο θολή.

Το σχέδιό τους ήταν πολύ απλό: Θα έμεναν μαζί για το υπόλοιπο της ζωής τους. Ήταν ένα σχέδιο το οποίο όλοι οι φίλοι τους πίστευαν πως μπορούσαν να πραγματοποιήσουν. Ήταν οι καλύτεροι φίλοι, ήταν εραστές και αδελφές ψυχές. Ήταν γραφτό τους να είναι μαζί και αυτό ήταν κάτι που πίστευαν όσοι τους γνώριζαν. Μια μέρα όμως, το αδηφάγο πεπρωμένο άλλαξε γνώμη.

Το τέλος είχε έρθει πάρα πολύ γρήγορα. Μετά από μια ημικρανία που τον είχε ταλαιπωρήσει για μερικές μέρες, ο Τζέρι ακολούθησε τη συμβουλή της Χόλι και επισκέφθηκε τελικά το γιατρό. Ήταν μια Τετάρτη μεσημέρι, στο μεσημεριανό του διάλειμμα από τη δουλειά. Η Χόλι και ο Τζέρι πίστεψαν αρχικά ότι ο πονοκέφαλος οφειλόταν στο στρες ή στην κούραση, και σκέφτηκαν ότι στη χειρότερη περίπτωση θα χρειαζόταν γυαλιά. Αυτό δεν είχε χαροποιήσει καθόλου τον Τζέρι. Η προοπτική να φορέσει γυαλιά τον είχε αναστατώσει. Τελικά, δεν υπήρχε κανένας λόγος γι’ αυτή την αναστάτωση. Δεν ήταν τα μάτια του το πρόβλημα. Το πρόβλημα ήταν ο όγκος που μεγάλωνε μέσα στον εγκέφαλό του.

Η Χόλι τράβηξε το καζανάκι και νιώθοντας τα παγωμένα πλακάκια στις πατούσες της στάθηκε με κόπο στα πόδια της. Ο Τζέρι ήταν τριάντα χρόνων. Δεν ήταν σε καμία περίπτωση ο πιο υγιής άνθρωπος του πλανήτη, αλλά ήταν αρκετά υγιής, για να… για να ζήσει μια φυσιολογική ζωή. Όταν η ασθένειά του έγινε πια πολύ σοβαρή, είχε το θάρρος να αστειεύεται λέγοντας ότι δεν έπρεπε να έχει ζήσει τη ζωή του τόσο συγκρατημένα. Έπρεπε να είχε πάρει ναρκωτικά, να είχε πιει και να είχε ταξιδέψει περισσότερο, έπρεπε να είχε μάθει να πέφτει με αλεξίπτωτο, χωρίς αλεξίπτωτο… και η λίστα ήταν ατελείωτη. Εκείνος αστειευόταν για όλα αυτά, αλλά η Χόλι έβλεπε τη θλίψη ζωγραφισμένη στα μάτια του. Θλίψη για όλα αυτά που δεν πρόλαβε να κάνει, θλίψη για τα μέρη που δεν πρόλαβε να δει, θλίψη για τις μελλοντικές εμπειρίες που ποτέ δεν θα είχε την ευκαιρία να ζήσει. Ένιωθε άραγε θλίψη και για τη ζωή του με τη Χόλι; Η Χόλι δεν αμφέβαλε ποτέ ότι την αγαπούσε, όμως ενδόμυχα φοβόταν ότι εκείνος, κάποιες στιγμές, μπορεί να ένιωθε την κοινή τους ζωή σαν σπατάλη χρόνου.

Ξαφνικά, ο χρόνος που περνάει αμείλικτα έπαψε να τον τρομάζει. Ήθελε να δει πώς είναι να γερνάει κανείς. Τι θράσος εκ μέρους και των δυο τους να μην τους έχει περάσει ποτέ από το μυαλό ότι τα γεράματα είναι επίτευγμα και πρόκληση μαζί! Και όμως, τα γηρατειά ήταν κάτι που πάντα και οι δυο τους ήθελαν τόσο πολύ να αποφύγουν.

Η Χόλι σερνόταν από δωμάτιο σε δωμάτιο, κλαίγοντας ασταμάτητα. Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα και πονούσαν, και η νύχτα μπροστά της έμοιαζε ατελείωτη. Σε κανένα από τα δωμάτια του σπιτιού δεν μπορούσε να βρει λίγη ανακούφιση. Κοίταζε τα έπιπλα και το μόνο που συναντούσε, ήταν η σιωπή, όμοια με ανεπιθύμητο καλεσμένο. Από μέσα της ευχόταν να μπορούσε να ανοίξει ο καναπές τα χέρια του και να την αγκαλιάσει, όμως και αυτός την αγνοούσε.

Του Τζέρι δεν θα του άρεσε αυτό, σκέφτηκε. Πήρε μια βαθιά ανάσα, σκούπισε τα δάκρυά της και προσπάθησε να δει την κατάσταση λογικά. Όχι, του Τζέρι δεν θα του άρεσε καθόλου αυτό.

Όπως και όλες τις άλλες νύχτες των τελευταίων εβδομάδων, η Χόλι έπεσε για έναν ακόμα ανήσυχο ύπνο τις πρώτες πρωινές ώρες. Κάθε μέρα έβρισκε τον εαυτό της σωριασμένο να κοιμάται σε άβολες στάσεις πάνω σε κάποιο έπιπλο. Για άλλη μια φορά, την ξύπνησε το τηλεφώνημα ενός ανήσυχου συγγενή. Ίσως όλοι να πίστευαν ότι το μόνο που έκανε η Χόλι ήταν να κοιμάται. Γιατί δεν της τηλεφωνούσαν οι ανήσυχοι συγγενείς και φίλοι, όταν περιφερόταν άσκοπα μέσα στο σπίτι, σαν ζωντανή νεκρή, αναζητώντας… αναζητώντας τι; Τι περίμενε ότι θα έβρισκε;

Σήκωσε το ακουστικό. «Παρακαλώ;» Η φωνή της μετά βίας ακουγόταν και είχε κλείσει από το κλάμα, αλλά δεν την ένοιαζε, γιατί δεν την ενδιέφερε πια να δείχνει γενναία. Ο καλύτερος φίλος της είχε φύγει και κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει ότι αυτό το κενό στην καρδιά της δεν μπορούσε να το γεμίσει, όσο μακιγιάζ και αν έβαζε, όσο καθαρό αέρα και αν έπαιρνε, όσα ψώνια και αν έκανε.

«Συγγνώμη, αγάπη μου, σε ξύπνησα;» Η φωνή της μητέρας της Χόλι ακούστηκε ανήσυχη από την άλλη άκρη της γραμμής. Πάντα η ίδια συνομιλία. Κάθε πρωί η μητέρα της της τηλεφωνούσε για να δει αν είχε επιβιώσει ύστερα από άλλη μία μοναχική νύχτα. Πάντα φοβόταν μην την ξυπνήσει και όμως πάντα χαιρόταν όταν άκουγε τη φωνή της. Την καθησύχαζε να διαπιστώνει ότι η κόρη της είχε αντιμετωπίσει με γενναιότητα τα φαντάσματα της νύχτας.

«Όχι, μαμά, είχα απλώς ξαπλώσει, δεν πειράζει». Η ίδια πάντα απάντηση.

«Ο μπαμπάς σου και ο Ντέκλαν έχουν βγει έξω, και σε σκεφτόμουν, παιδί μου». Γιατί αυτή η γλυκιά, καθησυχαστική φωνή έφερνε πάντοτε δάκρυα στα μάτια της Χόλι; Μπορούσε να δει την ανήσυχη έκφραση της μητέρας της, το βλοσυρό της βλέμμα, τις ρυτίδες της έγνοιας να χαράζουν το μέτωπό της. Όμως αυτή η εικόνα τάραζε τη Χόλι. Την έκανε να θυμάται το λόγο που όλοι ανησυχούσαν, την έκανε να σκέφτεται ότι δεν θα έπρεπε να ανησυχούν. Όλα θα έπρεπε να είναι φυσιολογικά. Όπως παλιά που, όση ώρα η μητέρα της φλυαρούσε στο τηλέφωνο, ο Τζέρι βρισκόταν δίπλα της, προσπαθώντας να την κάνει να γελάσει. Όταν τελικά την έπιαναν τα γέλια, έδινε το ακουστικό στον Τζέρι. Εκείνος συνέχιζε να μιλάει σαν να μη συνέβαινε τίποτα, αγνοώντας τη Χόλι που χοροπηδούσε γύρω από το κρεβάτι, αγνοώντας τις προσπάθειες που έκανε για να τραβήξει την προσοχή του με τις περίεργές της γκριμάτσες και τους αστείους της χορούς. Όμως όλα αυτά σπανίως είχαν αποτέλεσμα.

Σε όλη τη διάρκεια της συνομιλίας, η Χόλι απαντούσε μονολεκτικά. Το αυτί της ήταν κολλημένο στο ακουστικό, αλλά δεν άκουγε.

«Έχει μια υπέροχη μέρα, Χόλι. Θα σου έκανε πολύ καλό μια βόλτα. Λίγος καθαρός αέρας».

«Ναι». Φρέσκος αέρας -; αυτή ήταν για άλλη μια φορά η απάντηση σε όλα της τα προβλήματα.

«Ίσως περάσω από εκεί αργότερα, να μιλήσουμε λιγάκι».

«Όχι, μαμά, μια χαρά είμαι».

Σιωπή.

«Καλά τότε… πάρε με τηλέφωνο αν αλλάξεις γνώμη. Δεν έχω δουλειές σήμερα».

«Εντάξει».

Ξανά σιωπή.

«Ευχαριστώ πάντως».

«Εντάξει, γλυκιά μου… να προσέχεις».

«Θα προσέχω». Η Χόλι ετοιμαζόταν να κλείσει το τηλέφωνο, όταν άκουσε ξανά τη φωνή της μητέρας της.

«Χόλι, παραλίγο να το ξεχάσω. Εκείνος ο φάκελος είναι ακόμη εδώ. Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Μπορεί να τον θέλεις, έχουν περάσει βδομάδες από τότε που ήρθε και μπορεί να είναι κάτι σημαντικό».

«Αμφιβάλλω. Θα είναι καμιά κάρτα».

«Δεν πρέπει να είναι κάρτα, γλυκιά μου. Πάνω από το όνομά σου γράφει… μια στιγμή να πάω να τον φέρω…»

Άκουσε τη μητέρα της να ακουμπάει κάτω το ακουστικό, ύστερα άκουσε τα τακούνια της πάνω στα πλακάκια, μερικές καρέκλες να σέρνονται, τα βήματα να πλησιάζουν ξανά και τη μητέρα της να πιάνει το ακουστικό…

«Είσαι ακόμα εκεί;»

«Ναι».

«Λοιπόν, πάνω πάνω γράφει «;Η λίστα»;. Ίσως να είναι από τη δουλειά σου, αγάπη μου. Νομίζω ότι θα άξιζε τον κόπο να…»

Προτού η μητέρα της αποτελειώσει τη φράση, το ακουστικό έπεσε από τα χέρια της Χόλι.

Η πραγματική αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ …

Τα βιβλία που διαβάζω τα ζω. Μου αρέσει να μπαίνω στη θέση της ηρωίδας και να σκέφτομαι τι θα έκανα εγώ αν ήμουνα στη θέση τους. Αγαπημένο μου βιβλίο τον τεέυταίο μήνα είναι το «Υ.Γ. Σ’ αγαπώ» της Cecelia Ahern. Είναι το μοναδικό βιβλίο που το έχω διαβάσει παραπάνω από δύο φορές και έχω κλάψει τόσο πολύ. Η πραγματική αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ.253.jpg

Αφιερώνω σήμερα ένα απόσπασμα απ΄το τόσο καταπληκτικό βιβλίο.

Η Χόλι ακούμπησε το μπλε βαμβακερό πουλόβερ στο πρόσωπό της και κατακλύστηκε από τη γνώριμη μυρωδιά του. Ένιωσε τη θλίψη να πέφτει σαν γροθιά στο στομάχι της και να της σφίγγει την καρδιά. Ο αυχένας της άρχισε να μουδιάζει και ο κόμπος στο λαιμό της παραλίγο να την πνίξει. Πανικοβλήθηκε. Εκτός από το χαμηλόφωνο μουρμουρητό του ψυγείου και το βογκητό των σωληνώσεων, στο σπίτι δεν ακουγόταν τίποτα άλλο. Ήταν μόνη. Ένιωσε μια πικρή γεύση να ανεβαίνει στο στόμα της και έτρεξε στο μπάνιο όπου κατέρρευσε μπροστά στη λεκάνη.

Ο Τζέρι είχε φύγει και δεν θα επέστρεφε πια. Αυτή ήταν η πραγματικότητα. Ποτέ δεν θα χάιδευε ξανά με τα δάχτυλά της τα μεταξένια του μαλλιά, ποτέ δεν θα τον ξανάβλεπε να κάθεται δίπλα της σε κάποιο γεύμα και να της ψιθυρίζει ένα αστείο, ποτέ δεν θα μπορούσε να ξανακλάψει στον ώμο του μετά τη δουλειά, ποτέ ξανά δεν θα μοιραζόταν το κρεβάτι μαζί του, ποτέ δεν θα την ξυπνούσε ξανά το πρωινό του φτέρνισμα, ποτέ ξανά δεν θα έσκαγαν μαζί στα γέλια ούτε θα τσακώνονταν για το ποιος είχε σειρά να σηκωθεί για να σβήσει το φως πριν κοιμηθούν. Το μόνο που της είχε απομείνει, ήταν μερικές αναμνήσεις και η εικόνα του προσώπου του, η οποία κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο θολή.

Το σχέδιό τους ήταν πολύ απλό: Θα έμεναν μαζί για το υπόλοιπο της ζωής τους. Ήταν ένα σχέδιο το οποίο όλοι οι φίλοι τους πίστευαν πως μπορούσαν να πραγματοποιήσουν. Ήταν οι καλύτεροι φίλοι, ήταν εραστές και αδελφές ψυχές. Ήταν γραφτό τους να είναι μαζί και αυτό ήταν κάτι που πίστευαν όσοι τους γνώριζαν. Μια μέρα όμως, το αδηφάγο πεπρωμένο άλλαξε γνώμη.

Το τέλος είχε έρθει πάρα πολύ γρήγορα. Μετά από μια ημικρανία που τον είχε ταλαιπωρήσει για μερικές μέρες, ο Τζέρι ακολούθησε τη συμβουλή της Χόλι και επισκέφθηκε τελικά το γιατρό. Ήταν μια Τετάρτη μεσημέρι, στο μεσημεριανό του διάλειμμα από τη δουλειά. Η Χόλι και ο Τζέρι πίστεψαν αρχικά ότι ο πονοκέφαλος οφειλόταν στο στρες ή στην κούραση, και σκέφτηκαν ότι στη χειρότερη περίπτωση θα χρειαζόταν γυαλιά. Αυτό δεν είχε χαροποιήσει καθόλου τον Τζέρι. Η προοπτική να φορέσει γυαλιά τον είχε αναστατώσει. Τελικά, δεν υπήρχε κανένας λόγος γι’ αυτή την αναστάτωση. Δεν ήταν τα μάτια του το πρόβλημα. Το πρόβλημα ήταν ο όγκος που μεγάλωνε μέσα στον εγκέφαλό του.

Η Χόλι τράβηξε το καζανάκι και νιώθοντας τα παγωμένα πλακάκια στις πατούσες της στάθηκε με κόπο στα πόδια της. Ο Τζέρι ήταν τριάντα χρόνων. Δεν ήταν σε καμία περίπτωση ο πιο υγιής άνθρωπος του πλανήτη, αλλά ήταν αρκετά υγιής, για να… για να ζήσει μια φυσιολογική ζωή. Όταν η ασθένειά του έγινε πια πολύ σοβαρή, είχε το θάρρος να αστειεύεται λέγοντας ότι δεν έπρεπε να έχει ζήσει τη ζωή του τόσο συγκρατημένα. Έπρεπε να είχε πάρει ναρκωτικά, να είχε πιει και να είχε ταξιδέψει περισσότερο, έπρεπε να είχε μάθει να πέφτει με αλεξίπτωτο, χωρίς αλεξίπτωτο… και η λίστα ήταν ατελείωτη. Εκείνος αστειευόταν για όλα αυτά, αλλά η Χόλι έβλεπε τη θλίψη ζωγραφισμένη στα μάτια του. Θλίψη για όλα αυτά που δεν πρόλαβε να κάνει, θλίψη για τα μέρη που δεν πρόλαβε να δει, θλίψη για τις μελλοντικές εμπειρίες που ποτέ δεν θα είχε την ευκαιρία να ζήσει. Ένιωθε άραγε θλίψη και για τη ζωή του με τη Χόλι; Η Χόλι δεν αμφέβαλε ποτέ ότι την αγαπούσε, όμως ενδόμυχα φοβόταν ότι εκείνος, κάποιες στιγμές, μπορεί να ένιωθε την κοινή τους ζωή σαν σπατάλη χρόνου.

Ξαφνικά, ο χρόνος που περνάει αμείλικτα έπαψε να τον τρομάζει. Ήθελε να δει πώς είναι να γερνάει κανείς. Τι θράσος εκ μέρους και των δυο τους να μην τους έχει περάσει ποτέ από το μυαλό ότι τα γεράματα είναι επίτευγμα και πρόκληση μαζί! Και όμως, τα γηρατειά ήταν κάτι που πάντα και οι δυο τους ήθελαν τόσο πολύ να αποφύγουν.

Η Χόλι σερνόταν από δωμάτιο σε δωμάτιο, κλαίγοντας ασταμάτητα. Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα και πονούσαν, και η νύχτα μπροστά της έμοιαζε ατελείωτη. Σε κανένα από τα δωμάτια του σπιτιού δεν μπορούσε να βρει λίγη ανακούφιση. Κοίταζε τα έπιπλα και το μόνο που συναντούσε, ήταν η σιωπή, όμοια με ανεπιθύμητο καλεσμένο. Από μέσα της ευχόταν να μπορούσε να ανοίξει ο καναπές τα χέρια του και να την αγκαλιάσει, όμως και αυτός την αγνοούσε.

Του Τζέρι δεν θα του άρεσε αυτό, σκέφτηκε. Πήρε μια βαθιά ανάσα, σκούπισε τα δάκρυά της και προσπάθησε να δει την κατάσταση λογικά. Όχι, του Τζέρι δεν θα του άρεσε καθόλου αυτό.

Όπως και όλες τις άλλες νύχτες των τελευταίων εβδομάδων, η Χόλι έπεσε για έναν ακόμα ανήσυχο ύπνο τις πρώτες πρωινές ώρες. Κάθε μέρα έβρισκε τον εαυτό της σωριασμένο να κοιμάται σε άβολες στάσεις πάνω σε κάποιο έπιπλο. Για άλλη μια φορά, την ξύπνησε το τηλεφώνημα ενός ανήσυχου συγγενή. Ίσως όλοι να πίστευαν ότι το μόνο που έκανε η Χόλι ήταν να κοιμάται. Γιατί δεν της τηλεφωνούσαν οι ανήσυχοι συγγενείς και φίλοι, όταν περιφερόταν άσκοπα μέσα στο σπίτι, σαν ζωντανή νεκρή, αναζητώντας… αναζητώντας τι; Τι περίμενε ότι θα έβρισκε;

Σήκωσε το ακουστικό. «Παρακαλώ;» Η φωνή της μετά βίας ακουγόταν και είχε κλείσει από το κλάμα, αλλά δεν την ένοιαζε, γιατί δεν την ενδιέφερε πια να δείχνει γενναία. Ο καλύτερος φίλος της είχε φύγει και κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει ότι αυτό το κενό στην καρδιά της δεν μπορούσε να το γεμίσει, όσο μακιγιάζ και αν έβαζε, όσο καθαρό αέρα και αν έπαιρνε, όσα ψώνια και αν έκανε.

«Συγγνώμη, αγάπη μου, σε ξύπνησα;» Η φωνή της μητέρας της Χόλι ακούστηκε ανήσυχη από την άλλη άκρη της γραμμής. Πάντα η ίδια συνομιλία. Κάθε πρωί η μητέρα της της τηλεφωνούσε για να δει αν είχε επιβιώσει ύστερα από άλλη μία μοναχική νύχτα. Πάντα φοβόταν μην την ξυπνήσει και όμως πάντα χαιρόταν όταν άκουγε τη φωνή της. Την καθησύχαζε να διαπιστώνει ότι η κόρη της είχε αντιμετωπίσει με γενναιότητα τα φαντάσματα της νύχτας.

«Όχι, μαμά, είχα απλώς ξαπλώσει, δεν πειράζει». Η ίδια πάντα απάντηση.

«Ο μπαμπάς σου και ο Ντέκλαν έχουν βγει έξω, και σε σκεφτόμουν, παιδί μου». Γιατί αυτή η γλυκιά, καθησυχαστική φωνή έφερνε πάντοτε δάκρυα στα μάτια της Χόλι; Μπορούσε να δει την ανήσυχη έκφραση της μητέρας της, το βλοσυρό της βλέμμα, τις ρυτίδες της έγνοιας να χαράζουν το μέτωπό της. Όμως αυτή η εικόνα τάραζε τη Χόλι. Την έκανε να θυμάται το λόγο που όλοι ανησυχούσαν, την έκανε να σκέφτεται ότι δεν θα έπρεπε να ανησυχούν. Όλα θα έπρεπε να είναι φυσιολογικά. Όπως παλιά που, όση ώρα η μητέρα της φλυαρούσε στο τηλέφωνο, ο Τζέρι βρισκόταν δίπλα της, προσπαθώντας να την κάνει να γελάσει. Όταν τελικά την έπιαναν τα γέλια, έδινε το ακουστικό στον Τζέρι. Εκείνος συνέχιζε να μιλάει σαν να μη συνέβαινε τίποτα, αγνοώντας τη Χόλι που χοροπηδούσε γύρω από το κρεβάτι, αγνοώντας τις προσπάθειες που έκανε για να τραβήξει την προσοχή του με τις περίεργές της γκριμάτσες και τους αστείους της χορούς. Όμως όλα αυτά σπανίως είχαν αποτέλεσμα.

Σε όλη τη διάρκεια της συνομιλίας, η Χόλι απαντούσε μονολεκτικά. Το αυτί της ήταν κολλημένο στο ακουστικό, αλλά δεν άκουγε.

«Έχει μια υπέροχη μέρα, Χόλι. Θα σου έκανε πολύ καλό μια βόλτα. Λίγος καθαρός αέρας».

«Ναι». Φρέσκος αέρας -; αυτή ήταν για άλλη μια φορά η απάντηση σε όλα της τα προβλήματα.

«Ίσως περάσω από εκεί αργότερα, να μιλήσουμε λιγάκι».

«Όχι, μαμά, μια χαρά είμαι».

Σιωπή.

«Καλά τότε… πάρε με τηλέφωνο αν αλλάξεις γνώμη. Δεν έχω δουλειές σήμερα».

«Εντάξει».

Ξανά σιωπή.

«Ευχαριστώ πάντως».

«Εντάξει, γλυκιά μου… να προσέχεις».

«Θα προσέχω». Η Χόλι ετοιμαζόταν να κλείσει το τηλέφωνο, όταν άκουσε ξανά τη φωνή της μητέρας της.

«Χόλι, παραλίγο να το ξεχάσω. Εκείνος ο φάκελος είναι ακόμη εδώ. Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Μπορεί να τον θέλεις, έχουν περάσει βδομάδες από τότε που ήρθε και μπορεί να είναι κάτι σημαντικό».

«Αμφιβάλλω. Θα είναι καμιά κάρτα».

«Δεν πρέπει να είναι κάρτα, γλυκιά μου. Πάνω από το όνομά σου γράφει… μια στιγμή να πάω να τον φέρω…»

Άκουσε τη μητέρα της να ακουμπάει κάτω το ακουστικό, ύστερα άκουσε τα τακούνια της πάνω στα πλακάκια, μερικές καρέκλες να σέρνονται, τα βήματα να πλησιάζουν ξανά και τη μητέρα της να πιάνει το ακουστικό…

«Είσαι ακόμα εκεί;»

«Ναι».

«Λοιπόν, πάνω πάνω γράφει «;Η λίστα»;. Ίσως να είναι από τη δουλειά σου, αγάπη μου. Νομίζω ότι θα άξιζε τον κόπο να…»

Προτού η μητέρα της αποτελειώσει τη φράση, το ακουστικό έπεσε από τα χέρια της Χόλι.

Η πραγματική αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ …

Τα βιβλία που διαβάζω τα ζω. Μου αρέσει να μπαίνω στη θέση της ηρωίδας και να σκέφτομαι τι θα έκανα εγώ αν ήμουνα στη θέση τους. Αγαπημένο μου βιβλίο τον τεέυταίο μήνα είναι το «Υ.Γ. Σ’ αγαπώ» της Cecelia Ahern. Είναι το μοναδικό βιβλίο που το έχω διαβάσει παραπάνω από δύο φορές και έχω κλάψει τόσο πολύ. Η πραγματική αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ.253.jpg

Αφιερώνω σήμερα ένα απόσπασμα απ΄το τόσο καταπληκτικό βιβλίο.

Η Χόλι ακούμπησε το μπλε βαμβακερό πουλόβερ στο πρόσωπό της και κατακλύστηκε από τη γνώριμη μυρωδιά του. Ένιωσε τη θλίψη να πέφτει σαν γροθιά στο στομάχι της και να της σφίγγει την καρδιά. Ο αυχένας της άρχισε να μουδιάζει και ο κόμπος στο λαιμό της παραλίγο να την πνίξει. Πανικοβλήθηκε. Εκτός από το χαμηλόφωνο μουρμουρητό του ψυγείου και το βογκητό των σωληνώσεων, στο σπίτι δεν ακουγόταν τίποτα άλλο. Ήταν μόνη. Ένιωσε μια πικρή γεύση να ανεβαίνει στο στόμα της και έτρεξε στο μπάνιο όπου κατέρρευσε μπροστά στη λεκάνη.

Ο Τζέρι είχε φύγει και δεν θα επέστρεφε πια. Αυτή ήταν η πραγματικότητα. Ποτέ δεν θα χάιδευε ξανά με τα δάχτυλά της τα μεταξένια του μαλλιά, ποτέ δεν θα τον ξανάβλεπε να κάθεται δίπλα της σε κάποιο γεύμα και να της ψιθυρίζει ένα αστείο, ποτέ δεν θα μπορούσε να ξανακλάψει στον ώμο του μετά τη δουλειά, ποτέ ξανά δεν θα μοιραζόταν το κρεβάτι μαζί του, ποτέ δεν θα την ξυπνούσε ξανά το πρωινό του φτέρνισμα, ποτέ ξανά δεν θα έσκαγαν μαζί στα γέλια ούτε θα τσακώνονταν για το ποιος είχε σειρά να σηκωθεί για να σβήσει το φως πριν κοιμηθούν. Το μόνο που της είχε απομείνει, ήταν μερικές αναμνήσεις και η εικόνα του προσώπου του, η οποία κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο θολή.

Το σχέδιό τους ήταν πολύ απλό: Θα έμεναν μαζί για το υπόλοιπο της ζωής τους. Ήταν ένα σχέδιο το οποίο όλοι οι φίλοι τους πίστευαν πως μπορούσαν να πραγματοποιήσουν. Ήταν οι καλύτεροι φίλοι, ήταν εραστές και αδελφές ψυχές. Ήταν γραφτό τους να είναι μαζί και αυτό ήταν κάτι που πίστευαν όσοι τους γνώριζαν. Μια μέρα όμως, το αδηφάγο πεπρωμένο άλλαξε γνώμη.

Το τέλος είχε έρθει πάρα πολύ γρήγορα. Μετά από μια ημικρανία που τον είχε ταλαιπωρήσει για μερικές μέρες, ο Τζέρι ακολούθησε τη συμβουλή της Χόλι και επισκέφθηκε τελικά το γιατρό. Ήταν μια Τετάρτη μεσημέρι, στο μεσημεριανό του διάλειμμα από τη δουλειά. Η Χόλι και ο Τζέρι πίστεψαν αρχικά ότι ο πονοκέφαλος οφειλόταν στο στρες ή στην κούραση, και σκέφτηκαν ότι στη χειρότερη περίπτωση θα χρειαζόταν γυαλιά. Αυτό δεν είχε χαροποιήσει καθόλου τον Τζέρι. Η προοπτική να φορέσει γυαλιά τον είχε αναστατώσει. Τελικά, δεν υπήρχε κανένας λόγος γι’ αυτή την αναστάτωση. Δεν ήταν τα μάτια του το πρόβλημα. Το πρόβλημα ήταν ο όγκος που μεγάλωνε μέσα στον εγκέφαλό του.

Η Χόλι τράβηξε το καζανάκι και νιώθοντας τα παγωμένα πλακάκια στις πατούσες της στάθηκε με κόπο στα πόδια της. Ο Τζέρι ήταν τριάντα χρόνων. Δεν ήταν σε καμία περίπτωση ο πιο υγιής άνθρωπος του πλανήτη, αλλά ήταν αρκετά υγιής, για να… για να ζήσει μια φυσιολογική ζωή. Όταν η ασθένειά του έγινε πια πολύ σοβαρή, είχε το θάρρος να αστειεύεται λέγοντας ότι δεν έπρεπε να έχει ζήσει τη ζωή του τόσο συγκρατημένα. Έπρεπε να είχε πάρει ναρκωτικά, να είχε πιει και να είχε ταξιδέψει περισσότερο, έπρεπε να είχε μάθει να πέφτει με αλεξίπτωτο, χωρίς αλεξίπτωτο… και η λίστα ήταν ατελείωτη. Εκείνος αστειευόταν για όλα αυτά, αλλά η Χόλι έβλεπε τη θλίψη ζωγραφισμένη στα μάτια του. Θλίψη για όλα αυτά που δεν πρόλαβε να κάνει, θλίψη για τα μέρη που δεν πρόλαβε να δει, θλίψη για τις μελλοντικές εμπειρίες που ποτέ δεν θα είχε την ευκαιρία να ζήσει. Ένιωθε άραγε θλίψη και για τη ζωή του με τη Χόλι; Η Χόλι δεν αμφέβαλε ποτέ ότι την αγαπούσε, όμως ενδόμυχα φοβόταν ότι εκείνος, κάποιες στιγμές, μπορεί να ένιωθε την κοινή τους ζωή σαν σπατάλη χρόνου.

Ξαφνικά, ο χρόνος που περνάει αμείλικτα έπαψε να τον τρομάζει. Ήθελε να δει πώς είναι να γερνάει κανείς. Τι θράσος εκ μέρους και των δυο τους να μην τους έχει περάσει ποτέ από το μυαλό ότι τα γεράματα είναι επίτευγμα και πρόκληση μαζί! Και όμως, τα γηρατειά ήταν κάτι που πάντα και οι δυο τους ήθελαν τόσο πολύ να αποφύγουν.

Η Χόλι σερνόταν από δωμάτιο σε δωμάτιο, κλαίγοντας ασταμάτητα. Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα και πονούσαν, και η νύχτα μπροστά της έμοιαζε ατελείωτη. Σε κανένα από τα δωμάτια του σπιτιού δεν μπορούσε να βρει λίγη ανακούφιση. Κοίταζε τα έπιπλα και το μόνο που συναντούσε, ήταν η σιωπή, όμοια με ανεπιθύμητο καλεσμένο. Από μέσα της ευχόταν να μπορούσε να ανοίξει ο καναπές τα χέρια του και να την αγκαλιάσει, όμως και αυτός την αγνοούσε.

Του Τζέρι δεν θα του άρεσε αυτό, σκέφτηκε. Πήρε μια βαθιά ανάσα, σκούπισε τα δάκρυά της και προσπάθησε να δει την κατάσταση λογικά. Όχι, του Τζέρι δεν θα του άρεσε καθόλου αυτό.

Όπως και όλες τις άλλες νύχτες των τελευταίων εβδομάδων, η Χόλι έπεσε για έναν ακόμα ανήσυχο ύπνο τις πρώτες πρωινές ώρες. Κάθε μέρα έβρισκε τον εαυτό της σωριασμένο να κοιμάται σε άβολες στάσεις πάνω σε κάποιο έπιπλο. Για άλλη μια φορά, την ξύπνησε το τηλεφώνημα ενός ανήσυχου συγγενή. Ίσως όλοι να πίστευαν ότι το μόνο που έκανε η Χόλι ήταν να κοιμάται. Γιατί δεν της τηλεφωνούσαν οι ανήσυχοι συγγενείς και φίλοι, όταν περιφερόταν άσκοπα μέσα στο σπίτι, σαν ζωντανή νεκρή, αναζητώντας… αναζητώντας τι; Τι περίμενε ότι θα έβρισκε;

Σήκωσε το ακουστικό. «Παρακαλώ;» Η φωνή της μετά βίας ακουγόταν και είχε κλείσει από το κλάμα, αλλά δεν την ένοιαζε, γιατί δεν την ενδιέφερε πια να δείχνει γενναία. Ο καλύτερος φίλος της είχε φύγει και κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει ότι αυτό το κενό στην καρδιά της δεν μπορούσε να το γεμίσει, όσο μακιγιάζ και αν έβαζε, όσο καθαρό αέρα και αν έπαιρνε, όσα ψώνια και αν έκανε.

«Συγγνώμη, αγάπη μου, σε ξύπνησα;» Η φωνή της μητέρας της Χόλι ακούστηκε ανήσυχη από την άλλη άκρη της γραμμής. Πάντα η ίδια συνομιλία. Κάθε πρωί η μητέρα της της τηλεφωνούσε για να δει αν είχε επιβιώσει ύστερα από άλλη μία μοναχική νύχτα. Πάντα φοβόταν μην την ξυπνήσει και όμως πάντα χαιρόταν όταν άκουγε τη φωνή της. Την καθησύχαζε να διαπιστώνει ότι η κόρη της είχε αντιμετωπίσει με γενναιότητα τα φαντάσματα της νύχτας.

«Όχι, μαμά, είχα απλώς ξαπλώσει, δεν πειράζει». Η ίδια πάντα απάντηση.

«Ο μπαμπάς σου και ο Ντέκλαν έχουν βγει έξω, και σε σκεφτόμουν, παιδί μου». Γιατί αυτή η γλυκιά, καθησυχαστική φωνή έφερνε πάντοτε δάκρυα στα μάτια της Χόλι; Μπορούσε να δει την ανήσυχη έκφραση της μητέρας της, το βλοσυρό της βλέμμα, τις ρυτίδες της έγνοιας να χαράζουν το μέτωπό της. Όμως αυτή η εικόνα τάραζε τη Χόλι. Την έκανε να θυμάται το λόγο που όλοι ανησυχούσαν, την έκανε να σκέφτεται ότι δεν θα έπρεπε να ανησυχούν. Όλα θα έπρεπε να είναι φυσιολογικά. Όπως παλιά που, όση ώρα η μητέρα της φλυαρούσε στο τηλέφωνο, ο Τζέρι βρισκόταν δίπλα της, προσπαθώντας να την κάνει να γελάσει. Όταν τελικά την έπιαναν τα γέλια, έδινε το ακουστικό στον Τζέρι. Εκείνος συνέχιζε να μιλάει σαν να μη συνέβαινε τίποτα, αγνοώντας τη Χόλι που χοροπηδούσε γύρω από το κρεβάτι, αγνοώντας τις προσπάθειες που έκανε για να τραβήξει την προσοχή του με τις περίεργές της γκριμάτσες και τους αστείους της χορούς. Όμως όλα αυτά σπανίως είχαν αποτέλεσμα.

Σε όλη τη διάρκεια της συνομιλίας, η Χόλι απαντούσε μονολεκτικά. Το αυτί της ήταν κολλημένο στο ακουστικό, αλλά δεν άκουγε.

«Έχει μια υπέροχη μέρα, Χόλι. Θα σου έκανε πολύ καλό μια βόλτα. Λίγος καθαρός αέρας».

«Ναι». Φρέσκος αέρας -; αυτή ήταν για άλλη μια φορά η απάντηση σε όλα της τα προβλήματα.

«Ίσως περάσω από εκεί αργότερα, να μιλήσουμε λιγάκι».

«Όχι, μαμά, μια χαρά είμαι».

Σιωπή.

«Καλά τότε… πάρε με τηλέφωνο αν αλλάξεις γνώμη. Δεν έχω δουλειές σήμερα».

«Εντάξει».

Ξανά σιωπή.

«Ευχαριστώ πάντως».

«Εντάξει, γλυκιά μου… να προσέχεις».

«Θα προσέχω». Η Χόλι ετοιμαζόταν να κλείσει το τηλέφωνο, όταν άκουσε ξανά τη φωνή της μητέρας της.

«Χόλι, παραλίγο να το ξεχάσω. Εκείνος ο φάκελος είναι ακόμη εδώ. Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Μπορεί να τον θέλεις, έχουν περάσει βδομάδες από τότε που ήρθε και μπορεί να είναι κάτι σημαντικό».

«Αμφιβάλλω. Θα είναι καμιά κάρτα».

«Δεν πρέπει να είναι κάρτα, γλυκιά μου. Πάνω από το όνομά σου γράφει… μια στιγμή να πάω να τον φέρω…»

Άκουσε τη μητέρα της να ακουμπάει κάτω το ακουστικό, ύστερα άκουσε τα τακούνια της πάνω στα πλακάκια, μερικές καρέκλες να σέρνονται, τα βήματα να πλησιάζουν ξανά και τη μητέρα της να πιάνει το ακουστικό…

«Είσαι ακόμα εκεί;»

«Ναι».

«Λοιπόν, πάνω πάνω γράφει «;Η λίστα»;. Ίσως να είναι από τη δουλειά σου, αγάπη μου. Νομίζω ότι θα άξιζε τον κόπο να…»

Προτού η μητέρα της αποτελειώσει τη φράση, το ακουστικό έπεσε από τα χέρια της Χόλι.

Η πραγματική αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ …

Τα βιβλία που διαβάζω τα ζω. Μου αρέσει να μπαίνω στη θέση της ηρωίδας και να σκέφτομαι τι θα έκανα εγώ αν ήμουνα στη θέση τους. Αγαπημένο μου βιβλίο τον τεέυταίο μήνα είναι το «Υ.Γ. Σ’ αγαπώ» της Cecelia Ahern. Είναι το μοναδικό βιβλίο που το έχω διαβάσει παραπάνω από δύο φορές και έχω κλάψει τόσο πολύ. Η πραγματική αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ.253.jpg

Αφιερώνω σήμερα ένα απόσπασμα απ΄το τόσο καταπληκτικό βιβλίο.

Η Χόλι ακούμπησε το μπλε βαμβακερό πουλόβερ στο πρόσωπό της και κατακλύστηκε από τη γνώριμη μυρωδιά του. Ένιωσε τη θλίψη να πέφτει σαν γροθιά στο στομάχι της και να της σφίγγει την καρδιά. Ο αυχένας της άρχισε να μουδιάζει και ο κόμπος στο λαιμό της παραλίγο να την πνίξει. Πανικοβλήθηκε. Εκτός από το χαμηλόφωνο μουρμουρητό του ψυγείου και το βογκητό των σωληνώσεων, στο σπίτι δεν ακουγόταν τίποτα άλλο. Ήταν μόνη. Ένιωσε μια πικρή γεύση να ανεβαίνει στο στόμα της και έτρεξε στο μπάνιο όπου κατέρρευσε μπροστά στη λεκάνη.

Ο Τζέρι είχε φύγει και δεν θα επέστρεφε πια. Αυτή ήταν η πραγματικότητα. Ποτέ δεν θα χάιδευε ξανά με τα δάχτυλά της τα μεταξένια του μαλλιά, ποτέ δεν θα τον ξανάβλεπε να κάθεται δίπλα της σε κάποιο γεύμα και να της ψιθυρίζει ένα αστείο, ποτέ δεν θα μπορούσε να ξανακλάψει στον ώμο του μετά τη δουλειά, ποτέ ξανά δεν θα μοιραζόταν το κρεβάτι μαζί του, ποτέ δεν θα την ξυπνούσε ξανά το πρωινό του φτέρνισμα, ποτέ ξανά δεν θα έσκαγαν μαζί στα γέλια ούτε θα τσακώνονταν για το ποιος είχε σειρά να σηκωθεί για να σβήσει το φως πριν κοιμηθούν. Το μόνο που της είχε απομείνει, ήταν μερικές αναμνήσεις και η εικόνα του προσώπου του, η οποία κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο θολή.

Το σχέδιό τους ήταν πολύ απλό: Θα έμεναν μαζί για το υπόλοιπο της ζωής τους. Ήταν ένα σχέδιο το οποίο όλοι οι φίλοι τους πίστευαν πως μπορούσαν να πραγματοποιήσουν. Ήταν οι καλύτεροι φίλοι, ήταν εραστές και αδελφές ψυχές. Ήταν γραφτό τους να είναι μαζί και αυτό ήταν κάτι που πίστευαν όσοι τους γνώριζαν. Μια μέρα όμως, το αδηφάγο πεπρωμένο άλλαξε γνώμη.

Το τέλος είχε έρθει πάρα πολύ γρήγορα. Μετά από μια ημικρανία που τον είχε ταλαιπωρήσει για μερικές μέρες, ο Τζέρι ακολούθησε τη συμβουλή της Χόλι και επισκέφθηκε τελικά το γιατρό. Ήταν μια Τετάρτη μεσημέρι, στο μεσημεριανό του διάλειμμα από τη δουλειά. Η Χόλι και ο Τζέρι πίστεψαν αρχικά ότι ο πονοκέφαλος οφειλόταν στο στρες ή στην κούραση, και σκέφτηκαν ότι στη χειρότερη περίπτωση θα χρειαζόταν γυαλιά. Αυτό δεν είχε χαροποιήσει καθόλου τον Τζέρι. Η προοπτική να φορέσει γυαλιά τον είχε αναστατώσει. Τελικά, δεν υπήρχε κανένας λόγος γι’ αυτή την αναστάτωση. Δεν ήταν τα μάτια του το πρόβλημα. Το πρόβλημα ήταν ο όγκος που μεγάλωνε μέσα στον εγκέφαλό του.

Η Χόλι τράβηξε το καζανάκι και νιώθοντας τα παγωμένα πλακάκια στις πατούσες της στάθηκε με κόπο στα πόδια της. Ο Τζέρι ήταν τριάντα χρόνων. Δεν ήταν σε καμία περίπτωση ο πιο υγιής άνθρωπος του πλανήτη, αλλά ήταν αρκετά υγιής, για να… για να ζήσει μια φυσιολογική ζωή. Όταν η ασθένειά του έγινε πια πολύ σοβαρή, είχε το θάρρος να αστειεύεται λέγοντας ότι δεν έπρεπε να έχει ζήσει τη ζωή του τόσο συγκρατημένα. Έπρεπε να είχε πάρει ναρκωτικά, να είχε πιει και να είχε ταξιδέψει περισσότερο, έπρεπε να είχε μάθει να πέφτει με αλεξίπτωτο, χωρίς αλεξίπτωτο… και η λίστα ήταν ατελείωτη. Εκείνος αστειευόταν για όλα αυτά, αλλά η Χόλι έβλεπε τη θλίψη ζωγραφισμένη στα μάτια του. Θλίψη για όλα αυτά που δεν πρόλαβε να κάνει, θλίψη για τα μέρη που δεν πρόλαβε να δει, θλίψη για τις μελλοντικές εμπειρίες που ποτέ δεν θα είχε την ευκαιρία να ζήσει. Ένιωθε άραγε θλίψη και για τη ζωή του με τη Χόλι; Η Χόλι δεν αμφέβαλε ποτέ ότι την αγαπούσε, όμως ενδόμυχα φοβόταν ότι εκείνος, κάποιες στιγμές, μπορεί να ένιωθε την κοινή τους ζωή σαν σπατάλη χρόνου.

Ξαφνικά, ο χρόνος που περνάει αμείλικτα έπαψε να τον τρομάζει. Ήθελε να δει πώς είναι να γερνάει κανείς. Τι θράσος εκ μέρους και των δυο τους να μην τους έχει περάσει ποτέ από το μυαλό ότι τα γεράματα είναι επίτευγμα και πρόκληση μαζί! Και όμως, τα γηρατειά ήταν κάτι που πάντα και οι δυο τους ήθελαν τόσο πολύ να αποφύγουν.

Η Χόλι σερνόταν από δωμάτιο σε δωμάτιο, κλαίγοντας ασταμάτητα. Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα και πονούσαν, και η νύχτα μπροστά της έμοιαζε ατελείωτη. Σε κανένα από τα δωμάτια του σπιτιού δεν μπορούσε να βρει λίγη ανακούφιση. Κοίταζε τα έπιπλα και το μόνο που συναντούσε, ήταν η σιωπή, όμοια με ανεπιθύμητο καλεσμένο. Από μέσα της ευχόταν να μπορούσε να ανοίξει ο καναπές τα χέρια του και να την αγκαλιάσει, όμως και αυτός την αγνοούσε.

Του Τζέρι δεν θα του άρεσε αυτό, σκέφτηκε. Πήρε μια βαθιά ανάσα, σκούπισε τα δάκρυά της και προσπάθησε να δει την κατάσταση λογικά. Όχι, του Τζέρι δεν θα του άρεσε καθόλου αυτό.

Όπως και όλες τις άλλες νύχτες των τελευταίων εβδομάδων, η Χόλι έπεσε για έναν ακόμα ανήσυχο ύπνο τις πρώτες πρωινές ώρες. Κάθε μέρα έβρισκε τον εαυτό της σωριασμένο να κοιμάται σε άβολες στάσεις πάνω σε κάποιο έπιπλο. Για άλλη μια φορά, την ξύπνησε το τηλεφώνημα ενός ανήσυχου συγγενή. Ίσως όλοι να πίστευαν ότι το μόνο που έκανε η Χόλι ήταν να κοιμάται. Γιατί δεν της τηλεφωνούσαν οι ανήσυχοι συγγενείς και φίλοι, όταν περιφερόταν άσκοπα μέσα στο σπίτι, σαν ζωντανή νεκρή, αναζητώντας… αναζητώντας τι; Τι περίμενε ότι θα έβρισκε;

Σήκωσε το ακουστικό. «Παρακαλώ;» Η φωνή της μετά βίας ακουγόταν και είχε κλείσει από το κλάμα, αλλά δεν την ένοιαζε, γιατί δεν την ενδιέφερε πια να δείχνει γενναία. Ο καλύτερος φίλος της είχε φύγει και κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει ότι αυτό το κενό στην καρδιά της δεν μπορούσε να το γεμίσει, όσο μακιγιάζ και αν έβαζε, όσο καθαρό αέρα και αν έπαιρνε, όσα ψώνια και αν έκανε.

«Συγγνώμη, αγάπη μου, σε ξύπνησα;» Η φωνή της μητέρας της Χόλι ακούστηκε ανήσυχη από την άλλη άκρη της γραμμής. Πάντα η ίδια συνομιλία. Κάθε πρωί η μητέρα της της τηλεφωνούσε για να δει αν είχε επιβιώσει ύστερα από άλλη μία μοναχική νύχτα. Πάντα φοβόταν μην την ξυπνήσει και όμως πάντα χαιρόταν όταν άκουγε τη φωνή της. Την καθησύχαζε να διαπιστώνει ότι η κόρη της είχε αντιμετωπίσει με γενναιότητα τα φαντάσματα της νύχτας.

«Όχι, μαμά, είχα απλώς ξαπλώσει, δεν πειράζει». Η ίδια πάντα απάντηση.

«Ο μπαμπάς σου και ο Ντέκλαν έχουν βγει έξω, και σε σκεφτόμουν, παιδί μου». Γιατί αυτή η γλυκιά, καθησυχαστική φωνή έφερνε πάντοτε δάκρυα στα μάτια της Χόλι; Μπορούσε να δει την ανήσυχη έκφραση της μητέρας της, το βλοσυρό της βλέμμα, τις ρυτίδες της έγνοιας να χαράζουν το μέτωπό της. Όμως αυτή η εικόνα τάραζε τη Χόλι. Την έκανε να θυμάται το λόγο που όλοι ανησυχούσαν, την έκανε να σκέφτεται ότι δεν θα έπρεπε να ανησυχούν. Όλα θα έπρεπε να είναι φυσιολογικά. Όπως παλιά που, όση ώρα η μητέρα της φλυαρούσε στο τηλέφωνο, ο Τζέρι βρισκόταν δίπλα της, προσπαθώντας να την κάνει να γελάσει. Όταν τελικά την έπιαναν τα γέλια, έδινε το ακουστικό στον Τζέρι. Εκείνος συνέχιζε να μιλάει σαν να μη συνέβαινε τίποτα, αγνοώντας τη Χόλι που χοροπηδούσε γύρω από το κρεβάτι, αγνοώντας τις προσπάθειες που έκανε για να τραβήξει την προσοχή του με τις περίεργές της γκριμάτσες και τους αστείους της χορούς. Όμως όλα αυτά σπανίως είχαν αποτέλεσμα.

Σε όλη τη διάρκεια της συνομιλίας, η Χόλι απαντούσε μονολεκτικά. Το αυτί της ήταν κολλημένο στο ακουστικό, αλλά δεν άκουγε.

«Έχει μια υπέροχη μέρα, Χόλι. Θα σου έκανε πολύ καλό μια βόλτα. Λίγος καθαρός αέρας».

«Ναι». Φρέσκος αέρας -; αυτή ήταν για άλλη μια φορά η απάντηση σε όλα της τα προβλήματα.

«Ίσως περάσω από εκεί αργότερα, να μιλήσουμε λιγάκι».

«Όχι, μαμά, μια χαρά είμαι».

Σιωπή.

«Καλά τότε… πάρε με τηλέφωνο αν αλλάξεις γνώμη. Δεν έχω δουλειές σήμερα».

«Εντάξει».

Ξανά σιωπή.

«Ευχαριστώ πάντως».

«Εντάξει, γλυκιά μου… να προσέχεις».

«Θα προσέχω». Η Χόλι ετοιμαζόταν να κλείσει το τηλέφωνο, όταν άκουσε ξανά τη φωνή της μητέρας της.

«Χόλι, παραλίγο να το ξεχάσω. Εκείνος ο φάκελος είναι ακόμη εδώ. Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Μπορεί να τον θέλεις, έχουν περάσει βδομάδες από τότε που ήρθε και μπορεί να είναι κάτι σημαντικό».

«Αμφιβάλλω. Θα είναι καμιά κάρτα».

«Δεν πρέπει να είναι κάρτα, γλυκιά μου. Πάνω από το όνομά σου γράφει… μια στιγμή να πάω να τον φέρω…»

Άκουσε τη μητέρα της να ακουμπάει κάτω το ακουστικό, ύστερα άκουσε τα τακούνια της πάνω στα πλακάκια, μερικές καρέκλες να σέρνονται, τα βήματα να πλησιάζουν ξανά και τη μητέρα της να πιάνει το ακουστικό…

«Είσαι ακόμα εκεί;»

«Ναι».

«Λοιπόν, πάνω πάνω γράφει «;Η λίστα»;. Ίσως να είναι από τη δουλειά σου, αγάπη μου. Νομίζω ότι θα άξιζε τον κόπο να…»

Προτού η μητέρα της αποτελειώσει τη φράση, το ακουστικό έπεσε από τα χέρια της Χόλι.

Η πραγματική αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ …

Τα βιβλία που διαβάζω τα ζω. Μου αρέσει να μπαίνω στη θέση της ηρωίδας και να σκέφτομαι τι θα έκανα εγώ αν ήμουνα στη θέση τους. Αγαπημένο μου βιβλίο τον τεέυταίο μήνα είναι το «Υ.Γ. Σ’ αγαπώ» της Cecelia Ahern. Είναι το μοναδικό βιβλίο που το έχω διαβάσει παραπάνω από δύο φορές και έχω κλάψει τόσο πολύ. Η πραγματική αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ.253.jpg

Αφιερώνω σήμερα ένα απόσπασμα απ΄το τόσο καταπληκτικό βιβλίο.

Η Χόλι ακούμπησε το μπλε βαμβακερό πουλόβερ στο πρόσωπό της και κατακλύστηκε από τη γνώριμη μυρωδιά του. Ένιωσε τη θλίψη να πέφτει σαν γροθιά στο στομάχι της και να της σφίγγει την καρδιά. Ο αυχένας της άρχισε να μουδιάζει και ο κόμπος στο λαιμό της παραλίγο να την πνίξει. Πανικοβλήθηκε. Εκτός από το χαμηλόφωνο μουρμουρητό του ψυγείου και το βογκητό των σωληνώσεων, στο σπίτι δεν ακουγόταν τίποτα άλλο. Ήταν μόνη. Ένιωσε μια πικρή γεύση να ανεβαίνει στο στόμα της και έτρεξε στο μπάνιο όπου κατέρρευσε μπροστά στη λεκάνη.

Ο Τζέρι είχε φύγει και δεν θα επέστρεφε πια. Αυτή ήταν η πραγματικότητα. Ποτέ δεν θα χάιδευε ξανά με τα δάχτυλά της τα μεταξένια του μαλλιά, ποτέ δεν θα τον ξανάβλεπε να κάθεται δίπλα της σε κάποιο γεύμα και να της ψιθυρίζει ένα αστείο, ποτέ δεν θα μπορούσε να ξανακλάψει στον ώμο του μετά τη δουλειά, ποτέ ξανά δεν θα μοιραζόταν το κρεβάτι μαζί του, ποτέ δεν θα την ξυπνούσε ξανά το πρωινό του φτέρνισμα, ποτέ ξανά δεν θα έσκαγαν μαζί στα γέλια ούτε θα τσακώνονταν για το ποιος είχε σειρά να σηκωθεί για να σβήσει το φως πριν κοιμηθούν. Το μόνο που της είχε απομείνει, ήταν μερικές αναμνήσεις και η εικόνα του προσώπου του, η οποία κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο θολή.

Το σχέδιό τους ήταν πολύ απλό: Θα έμεναν μαζί για το υπόλοιπο της ζωής τους. Ήταν ένα σχέδιο το οποίο όλοι οι φίλοι τους πίστευαν πως μπορούσαν να πραγματοποιήσουν. Ήταν οι καλύτεροι φίλοι, ήταν εραστές και αδελφές ψυχές. Ήταν γραφτό τους να είναι μαζί και αυτό ήταν κάτι που πίστευαν όσοι τους γνώριζαν. Μια μέρα όμως, το αδηφάγο πεπρωμένο άλλαξε γνώμη.

Το τέλος είχε έρθει πάρα πολύ γρήγορα. Μετά από μια ημικρανία που τον είχε ταλαιπωρήσει για μερικές μέρες, ο Τζέρι ακολούθησε τη συμβουλή της Χόλι και επισκέφθηκε τελικά το γιατρό. Ήταν μια Τετάρτη μεσημέρι, στο μεσημεριανό του διάλειμμα από τη δουλειά. Η Χόλι και ο Τζέρι πίστεψαν αρχικά ότι ο πονοκέφαλος οφειλόταν στο στρες ή στην κούραση, και σκέφτηκαν ότι στη χειρότερη περίπτωση θα χρειαζόταν γυαλιά. Αυτό δεν είχε χαροποιήσει καθόλου τον Τζέρι. Η προοπτική να φορέσει γυαλιά τον είχε αναστατώσει. Τελικά, δεν υπήρχε κανένας λόγος γι’ αυτή την αναστάτωση. Δεν ήταν τα μάτια του το πρόβλημα. Το πρόβλημα ήταν ο όγκος που μεγάλωνε μέσα στον εγκέφαλό του.

Η Χόλι τράβηξε το καζανάκι και νιώθοντας τα παγωμένα πλακάκια στις πατούσες της στάθηκε με κόπο στα πόδια της. Ο Τζέρι ήταν τριάντα χρόνων. Δεν ήταν σε καμία περίπτωση ο πιο υγιής άνθρωπος του πλανήτη, αλλά ήταν αρκετά υγιής, για να… για να ζήσει μια φυσιολογική ζωή. Όταν η ασθένειά του έγινε πια πολύ σοβαρή, είχε το θάρρος να αστειεύεται λέγοντας ότι δεν έπρεπε να έχει ζήσει τη ζωή του τόσο συγκρατημένα. Έπρεπε να είχε πάρει ναρκωτικά, να είχε πιει και να είχε ταξιδέψει περισσότερο, έπρεπε να είχε μάθει να πέφτει με αλεξίπτωτο, χωρίς αλεξίπτωτο… και η λίστα ήταν ατελείωτη. Εκείνος αστειευόταν για όλα αυτά, αλλά η Χόλι έβλεπε τη θλίψη ζωγραφισμένη στα μάτια του. Θλίψη για όλα αυτά που δεν πρόλαβε να κάνει, θλίψη για τα μέρη που δεν πρόλαβε να δει, θλίψη για τις μελλοντικές εμπειρίες που ποτέ δεν θα είχε την ευκαιρία να ζήσει. Ένιωθε άραγε θλίψη και για τη ζωή του με τη Χόλι; Η Χόλι δεν αμφέβαλε ποτέ ότι την αγαπούσε, όμως ενδόμυχα φοβόταν ότι εκείνος, κάποιες στιγμές, μπορεί να ένιωθε την κοινή τους ζωή σαν σπατάλη χρόνου.

Ξαφνικά, ο χρόνος που περνάει αμείλικτα έπαψε να τον τρομάζει. Ήθελε να δει πώς είναι να γερνάει κανείς. Τι θράσος εκ μέρους και των δυο τους να μην τους έχει περάσει ποτέ από το μυαλό ότι τα γεράματα είναι επίτευγμα και πρόκληση μαζί! Και όμως, τα γηρατειά ήταν κάτι που πάντα και οι δυο τους ήθελαν τόσο πολύ να αποφύγουν.

Η Χόλι σερνόταν από δωμάτιο σε δωμάτιο, κλαίγοντας ασταμάτητα. Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα και πονούσαν, και η νύχτα μπροστά της έμοιαζε ατελείωτη. Σε κανένα από τα δωμάτια του σπιτιού δεν μπορούσε να βρει λίγη ανακούφιση. Κοίταζε τα έπιπλα και το μόνο που συναντούσε, ήταν η σιωπή, όμοια με ανεπιθύμητο καλεσμένο. Από μέσα της ευχόταν να μπορούσε να ανοίξει ο καναπές τα χέρια του και να την αγκαλιάσει, όμως και αυτός την αγνοούσε.

Του Τζέρι δεν θα του άρεσε αυτό, σκέφτηκε. Πήρε μια βαθιά ανάσα, σκούπισε τα δάκρυά της και προσπάθησε να δει την κατάσταση λογικά. Όχι, του Τζέρι δεν θα του άρεσε καθόλου αυτό.

Όπως και όλες τις άλλες νύχτες των τελευταίων εβδομάδων, η Χόλι έπεσε για έναν ακόμα ανήσυχο ύπνο τις πρώτες πρωινές ώρες. Κάθε μέρα έβρισκε τον εαυτό της σωριασμένο να κοιμάται σε άβολες στάσεις πάνω σε κάποιο έπιπλο. Για άλλη μια φορά, την ξύπνησε το τηλεφώνημα ενός ανήσυχου συγγενή. Ίσως όλοι να πίστευαν ότι το μόνο που έκανε η Χόλι ήταν να κοιμάται. Γιατί δεν της τηλεφωνούσαν οι ανήσυχοι συγγενείς και φίλοι, όταν περιφερόταν άσκοπα μέσα στο σπίτι, σαν ζωντανή νεκρή, αναζητώντας… αναζητώντας τι; Τι περίμενε ότι θα έβρισκε;

Σήκωσε το ακουστικό. «Παρακαλώ;» Η φωνή της μετά βίας ακουγόταν και είχε κλείσει από το κλάμα, αλλά δεν την ένοιαζε, γιατί δεν την ενδιέφερε πια να δείχνει γενναία. Ο καλύτερος φίλος της είχε φύγει και κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει ότι αυτό το κενό στην καρδιά της δεν μπορούσε να το γεμίσει, όσο μακιγιάζ και αν έβαζε, όσο καθαρό αέρα και αν έπαιρνε, όσα ψώνια και αν έκανε.

«Συγγνώμη, αγάπη μου, σε ξύπνησα;» Η φωνή της μητέρας της Χόλι ακούστηκε ανήσυχη από την άλλη άκρη της γραμμής. Πάντα η ίδια συνομιλία. Κάθε πρωί η μητέρα της της τηλεφωνούσε για να δει αν είχε επιβιώσει ύστερα από άλλη μία μοναχική νύχτα. Πάντα φοβόταν μην την ξυπνήσει και όμως πάντα χαιρόταν όταν άκουγε τη φωνή της. Την καθησύχαζε να διαπιστώνει ότι η κόρη της είχε αντιμετωπίσει με γενναιότητα τα φαντάσματα της νύχτας.

«Όχι, μαμά, είχα απλώς ξαπλώσει, δεν πειράζει». Η ίδια πάντα απάντηση.

«Ο μπαμπάς σου και ο Ντέκλαν έχουν βγει έξω, και σε σκεφτόμουν, παιδί μου». Γιατί αυτή η γλυκιά, καθησυχαστική φωνή έφερνε πάντοτε δάκρυα στα μάτια της Χόλι; Μπορούσε να δει την ανήσυχη έκφραση της μητέρας της, το βλοσυρό της βλέμμα, τις ρυτίδες της έγνοιας να χαράζουν το μέτωπό της. Όμως αυτή η εικόνα τάραζε τη Χόλι. Την έκανε να θυμάται το λόγο που όλοι ανησυχούσαν, την έκανε να σκέφτεται ότι δεν θα έπρεπε να ανησυχούν. Όλα θα έπρεπε να είναι φυσιολογικά. Όπως παλιά που, όση ώρα η μητέρα της φλυαρούσε στο τηλέφωνο, ο Τζέρι βρισκόταν δίπλα της, προσπαθώντας να την κάνει να γελάσει. Όταν τελικά την έπιαναν τα γέλια, έδινε το ακουστικό στον Τζέρι. Εκείνος συνέχιζε να μιλάει σαν να μη συνέβαινε τίποτα, αγνοώντας τη Χόλι που χοροπηδούσε γύρω από το κρεβάτι, αγνοώντας τις προσπάθειες που έκανε για να τραβήξει την προσοχή του με τις περίεργές της γκριμάτσες και τους αστείους της χορούς. Όμως όλα αυτά σπανίως είχαν αποτέλεσμα.

Σε όλη τη διάρκεια της συνομιλίας, η Χόλι απαντούσε μονολεκτικά. Το αυτί της ήταν κολλημένο στο ακουστικό, αλλά δεν άκουγε.

«Έχει μια υπέροχη μέρα, Χόλι. Θα σου έκανε πολύ καλό μια βόλτα. Λίγος καθαρός αέρας».

«Ναι». Φρέσκος αέρας -; αυτή ήταν για άλλη μια φορά η απάντηση σε όλα της τα προβλήματα.

«Ίσως περάσω από εκεί αργότερα, να μιλήσουμε λιγάκι».

«Όχι, μαμά, μια χαρά είμαι».

Σιωπή.

«Καλά τότε… πάρε με τηλέφωνο αν αλλάξεις γνώμη. Δεν έχω δουλειές σήμερα».

«Εντάξει».

Ξανά σιωπή.

«Ευχαριστώ πάντως».

«Εντάξει, γλυκιά μου… να προσέχεις».

«Θα προσέχω». Η Χόλι ετοιμαζόταν να κλείσει το τηλέφωνο, όταν άκουσε ξανά τη φωνή της μητέρας της.

«Χόλι, παραλίγο να το ξεχάσω. Εκείνος ο φάκελος είναι ακόμη εδώ. Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Μπορεί να τον θέλεις, έχουν περάσει βδομάδες από τότε που ήρθε και μπορεί να είναι κάτι σημαντικό».

«Αμφιβάλλω. Θα είναι καμιά κάρτα».

«Δεν πρέπει να είναι κάρτα, γλυκιά μου. Πάνω από το όνομά σου γράφει… μια στιγμή να πάω να τον φέρω…»

Άκουσε τη μητέρα της να ακουμπάει κάτω το ακουστικό, ύστερα άκουσε τα τακούνια της πάνω στα πλακάκια, μερικές καρέκλες να σέρνονται, τα βήματα να πλησιάζουν ξανά και τη μητέρα της να πιάνει το ακουστικό…

«Είσαι ακόμα εκεί;»

«Ναι».

«Λοιπόν, πάνω πάνω γράφει «;Η λίστα»;. Ίσως να είναι από τη δουλειά σου, αγάπη μου. Νομίζω ότι θα άξιζε τον κόπο να…»

Προτού η μητέρα της αποτελειώσει τη φράση, το ακουστικό έπεσε από τα χέρια της Χόλι.