Κάτι νύχτες

Είναι κάτι νύχτες που το κορμί αναζητάει τρυφερότητα. Ψάχνει κόγχη ζεστή να φωλιάσει, να νοιώσει την ύπαρξή του. Να ξεχαστεί πλάι σ’ άλλο κορμί, να σβήσει το εγώ στο εμείς. Θέλει να πάψει να το ορίζει η σκέψη, η λογική, τα προσχήματα… Να αφεθεί σαν εύπλαστο, ακατέργαστο υλικό στις αισθήσεις. Να τρέξει επάνω του το χάδι, το υγρό βλέμμα, οι εύγλωττες σιωπές της συγχώνευσης…

Είναι κάτι νύχτες που το κορμί επιθυμεί ν’ αποκοιμηθεί σ’ αλλότρια όνειρα, να πάψουν να το ορίζουν τα δικά του. Κουρασμένο απ’ τη μοναξιά της απόστασης γυρεύει να κλείσει έστω για λίγο το χάσμα με τη σωματική επαφή. Δεν ενδιαφέρεται για τις προοπτικές ή την ποσότητα στον χρόνο, το τώρα γίνεται η ύψιστή του απαίτηση. Θέλει να απεκδυθεί τον εαυτό του, να γενεί δοξάρι στις χορδές της απόλαυσης.

Είναι αυτές οι νύχτες που το σώμα ξεπερνάει την ψυχή. Γυρεύει την δική του τροφή για να συνειδητοποιήσει ότι συνεχίζει να ζει. Σαν την πείνα και τη δίψα ορθώνει διεκδικήσεις αυτοσυντήρησης. «Ουκ έπ’ άρτο μόνον ζήσεται άνθρωπος»….. Ούτε όμως μόνον με ιδέες, οράματα και φιλοσοφίες χωρίς ανταπόκριση. Χώμα και νερό τα στοιχεία του, πηλός ταπεινός που φθείρεται αστραπιαία χωρίς την ανθρώπινη προσοχή.

Δονείται απ’ την ανάγκη του που φωνάζει με ρίγος, σαν πυρετός που ανέβηκε ξαφνικά και φέρνει ζαλάδα, φλόγωση, επιτατικό αίτημα στάσης για ανάσα κατευναστική. Το άγγιγμα πάνω στο δέρμα είναι όλο που ζητάει, η ανατριχίλα της αφής. Τότε, χίλιες λέξεις δεν φτάνουν, μήτε τηλεφωνήματ Είναι κάτι νύχτες που το κορμί αναζητάει τρυφερότητα. Ψάχνει κόγχη ζεστή να φωλιάσει, να νοιώσει την ύπαρξή του. Να ξεχαστεί πλάι σ’ άλλο κορμί, να σβήσει το εγώ στο εμείς. Θέλει να πάψει να το ορίζει η σκέψη, η λογική, τα προσχήματα… Να αφεθεί σαν εύπλαστο, ακατέργαστο υλικό στις αισθήσεις. Να τρέξει επάνω του το χάδι, το υγρό βλέμμα, οι εύγλωττες σιωπές της συγχώνευσης…

Είναι κάτι νύχτες που το κορμί επιθυμεί ν’ αποκοιμηθεί σ’ αλλότρια όνειρα, να πάψουν να το ορίζουν τα δικά του. Κουρασμένο απ’ τη μοναξιά της απόστασης γυρεύει να κλείσει έστω για λίγο το χάσμα με τη σωματική επαφή. Δεν ενδιαφέρεται για τις προοπτικές ή την ποσότητα στον χρόνο, το τώρα γίνεται η ύψιστή του απαίτηση. Θέλει να απεκδυθεί τον εαυτό του, να γενεί δοξάρι στις χορδές της απόλαυσης.

Είναι αυτές οι νύχτες που το σώμα ξεπερνάει την ψυχή. Γυρεύει την δική του τροφή για να συνειδητοποιήσει ότι συνεχίζει να ζει. Σαν την πείνα και τη δίψα ορθώνει διεκδικήσεις αυτοσυντήρησης. «Ουκ έπ’ άρτο μόνον ζήσεται άνθρωπος»….. Ούτε όμως μόνον με ιδέες, οράματα και φιλοσοφίες χωρίς ανταπόκριση. Χώμα και νερό τα στοιχεία του, πηλός ταπεινός που φθείρεται αστραπιαία χωρίς την ανθρώπινη προσοχή.

Δονείται απ’ την ανάγκη του που φωνάζει με ρίγος, σαν πυρετός που ανέβηκε ξαφνικά και φέρνει ζαλάδα, φλόγωση, επιτατικό αίτημα στάσης για ανάσα κατευναστική. Το άγγιγμα πάνω στο δέρμα είναι όλο που ζητάει, η ανατριχίλα της αφής. Τότε, χίλιες λέξεις δεν φτάνουν, μήτε τηλεφωνήματα για να καλύψουν το κενό της πράξης.

Όχι! Δεν είναι ο έρωτας αυτός καθ’ εαυτός που του λείπει μα η ιεροτελεστία της αφομοίωσης. Η γλύκα να κουμπώσει ακριβώς κάπου, να εκφραστεί δίχως να πρέπει να εξηγεί. Να λειτουργήσει χωρίς κανόνες, απλά, ανεμπόδιστα.

Αυτές τις νύχτες το σώμα βάζει σε δοκιμασία την νόηση. Μέσω της έλλειψής του την βγάζει σκάρτη, την κατηγορεί για τα φράγματα που χτίζει, για τα πολύπλοκα φουστάνια που φορά. Όλα θέλει να τα καταρρίψει, να τα ξεσχίσει…… είναι η ανάγκη πιο δυνατή!

Κι όσο υψώνεται η ανάγκη και καλεί ενώ τα χέρια μένουν αδειανά, τόσο την γκρεμίζει την παρασύρει σε φαύλο κύκλο στο πουθενά……….

Είναι όμως οι νύχτες που φταίνε, οι νύχτες του ενός στην σιωπή. Την επόμενη μέρα μετά τον ύπνο, με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου η λογική σκέψη θα αναλάβει τα σκήπτρα και…. πάμε πάλι από την αρχή…….

α για να καλύψουν το κενό της πράξης.

Όχι! Δεν είναι ο έρωτας αυτός καθ’ εαυτός που του λείπει μα η ιεροτελεστία της αφομοίωσης. Η γλύκα να κουμπώσει ακριβώς κάπου, να εκφραστεί δίχως να πρέπει να εξηγεί. Να λειτουργήσει χωρίς κανόνες, απλά, ανεμπόδιστα.

Αυτές τις νύχτες το σώμα βάζει σε δοκιμασία την νόηση. Μέσω της έλλειψής του την βγάζει σκάρτη, την κατηγορεί για τα φράγματα που χτίζει, για τα πολύπλοκα φουστάνια που φορά. Όλα θέλει να τα καταρρίψει, να τα ξεσχίσει…… είναι η ανάγκη πιο δυνατή!

Κι όσο υψώνεται η ανάγκη και καλεί ενώ τα χέρια μένουν αδειανά, τόσο την γκρεμίζει την παρασύρει σε φαύλο κύκλο στο πουθενά……….

Είναι όμως οι νύχτες που φταίνε, οι νύχτες του ενός στην σιωπή. Την επόμενη μέρα μετά τον ύπνο, με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου η λογική σκέψη θα αναλάβει τα σκήπτρα και…. πάμε πάλι από την αρχή…….

Advertisements